Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

Τουρκικός Εθνικισμός και η δημιουργία του Tουρκικού κράτους (17.4.2010)


Τουρκικός Εθνικισμός και η δημιουργία του Tουρκικού κράτους

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ

Μπορούμε να πούμε ότι ο Τουρκικός εθνικισμός έχει τις ρίζες του στις απαντήσεις που δόθηκαν μέσα από μια απλή ερώτηση: Πώς να σώσουμε την Οθωμανική αυτοκρατορία. Το πνεύμα της δυτικοποίησης και του μοντερνισμού, όπως επίσης η αναζήτηση και κατασκευή εθνικών ταυτοτήτων (Σε όλη τη διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας , η εθνικότητα δεν αποτελούσε στοιχείο  ταυτότητας) είχε ταρακουνήσει την οθωμανική αυτοκρατορία, η οποία φαινόταν ανήμπορη να ακολουθήσει τα νέα δεδομένα.
Για τους Οθωμανούς διανοούμενους το ζητούμενο δεν ήταν η εθνική κυριαρχία, αλλά η σωτηρία της αυτοκρατορίας. Από την αναζήτηση τους σε απαντήσεις στο αρχικό ερώτημα δημιουργήθηκαν τρεις βασικές εθνικιστικές τάσεις οι οποίες και έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην εξέλιξη του Τουρκικού εθνικισμού:
•           Ο Οθωμανισμός , που μιλούσε για Οθωμανική πατρίδα και υπηκοότητα.
•           Ο Ισλαμισμός, που καλούσε τους Οθωμανούς να προστατέψουν το Ισλάμ από τις επιρροές και τις παρεμβάσεις της δύσης.
•           Και τέλος, ο Τουρκισμός, που έκανε λόγο για ένα έθνος κράτος βασισμένο στην «τουρκικότητα».

Οθωμανισμός: Ο Οθωμανισμός γεννήθηκε , κατά κάποιο τρόπο, σε μια μυστική οργάνωση έξι Οθωμανών, μεταξύ των οποίων και ο γνωστός ποιητής Namık Kemal, που δημιουργήθηκε το 1865. Αυτή η οργάνωση ονομάστηκε Νέο-Οθωμανοί εμπνευσμένη από τα παρόμοια ,αλλά παλαιότερα ευρωπαϊκά κινήματα των Νέο-Γάλλων και των Νέο-Ιταλών. Χαρακτηριστικά της οργάνωσης ήταν ο «οθωμανικός πατριωτισμός» και «η συνταγματική κυβέρνηση» που προπαγάνδιζε. Το κίνημα των Νέο-Οθωμανών ήταν αρκετά θρησκευόμενο και η πατρίδα για την οποία καναν λόγο δεν ήταν λιγότερο Ισλαμική από Οθωμανική. Η κριτική του Namık Kemal προς τις μεταρρυθμίσεις του Tanzimat (1839-1876) που διναν πολλά προνόμια στις μη μουσουλμανικές κοινότητες της αυτοκρατορίας (προνόμια τα οποία ενίσχυαν και την δύναμη της ελληνορθόδοξης ελίτ της Κων/πολης), στόχευε στην αδυναμία της αυτοκρατορίας να προστατέψει την ισλαμική παράδοση από τις επιρροές της δύσης και των αλλόδοξων. Το κίνημα πίστευε ότι το κράτος έπρεπε να εκμοντερνιστεί , επιστρέφοντας στις παραδοσιακές του ρίζες, την χρυσή εποχή του κλασικού ισλαμικού πολιτισμού και όχι ακολουθώντας τα χνάρια της Ευρώπης. Το κίνημα του Οθωμανισμού έφτασε στο απόγειο του το 1876 με τη διακήρυξη ενός Συντάγματος.

Ισλαμισμός: Από το 1878 και μετά το κίνημα των Οθωμανών αντικαθιστάτε κατά κάποιο τρόπο ,από ένα άλλο πολιτικό ρεύμα, αυτό του ittihad-ı İslam (ισλαμική ενότητα). Ήδη από τις αρχές του 1870 γίνονται καλέσματα προς τους Οθωμανούς να αντισταθούν στον Ευρωπαϊκό και δυτικό πειρασμό, παρόλα αυτά μόνο επί του Abdulhamid II κατάφερε ,ο ισλαμισμός, να γίνει επίσημη πολιτική γραμμή μέσα στην αυτοκρατορία. Αυτό το κίνημα βασιζόταν στον φόβο και την απειλή του Ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού και την  πρόσφατα προνομιακή θέση  που’χαν αποκτήσει οι Χριστιανοί Οθωμανοί.
Στο τέλος πάντως και οι δυο παραπάνω τάσεις απέτυχαν και αυτό επειδή δεν υπήρχε κάποιος οργανωμένος μηχανισμός να στηρίξει μια συστηματική προπαγάνδα προς όφελος του εθνικισμού. Αυτοί που στρατεύτηκαν με τα παραπάνω ρεύματα ήταν κυρίως μικρές ομάδες τουρκόφωνων των Βαλκανίων και τίποτα περισσότερο.

Τουρκισμός: Η πιο ουσιαστική  έκβαση της αποτυχίας των μεταρρυθμίσεων που λαμβάνει χώρα στην αυτοκρατορία , ήταν η γέννηση της ιδέας ενός έθνους-κράτους βασισμένο στην «τουρκικότητα». Αυτή ήταν η τρίτη και τελευταία πολιτική πρόταση –πρόγραμμα των Οθωμανικών ελιτ και φαινόταν ο μοναδικός τρόπος για να σωθεί η υπο διάλυση αυτοκρατορία. Αυτή η τάση διευκολύνθηκε μέσω των μεταρρυθμίσεων κατά την περίοδο του Abdulhamid II, από το 1876 μέχρι το 1909, όπου η θεαματική βελτίωση στα μέσα επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένου του τύπου και του εκπαιδευτικού συστήματος , έδινε περιθώρια για μια καλά οργανωμένη προπαγάνδα. Σε σχολές όπως την Ακαδημία Δημόσιας Διοίκησης (Mülkiye) και  την Ακαδημία Πολέμου (Harbiye), καθηγητές και μαθητές άρχισαν να διαβάζουν γραπτά του  Namık Kemal  και των Νέο-Οθωμανών περι ελευθερίας και πατρίδας. Σημείο καμπής θα αποτελέσει και η δημοσίευση ,την περίοδο του Ελληνο-Οθωμανικού πολέμου το 1897, μιας συλλογής ποιημάτων με τίτλο Türkçe Şiirler (ποιήματα στα τουρκικά) γραμμένα σε απλά λαικά τουρκικά από τον νεαρό ποιητή Mehmet Emin ο οποίος περήφανα ανακήρυξε τον εαυτό του ως «Τούρκο».
Άλλο σημαντικό και ουσιαστικό εργαλείο στην προπαγάνδα του Τουρκισμού αποτέλεσε η δουλειά Ευρωπαίων ασιανολόγων (ερευνητών ανατολικών πολιτισμών) οι οποίοι είχαν μελετήσει την γλώσσα των λεγόμενων «προ-ισλαμικών τούρκων».  Παρόμοια ,αν όχι μεγαλύτερης σημασίας, επιρροή  ασκήθηκε από τον Ούγγρο λόγιο Arminius Vambery ο οποίος μίλησε για την κοινή προέλευση των Τούρκων και των Ούγγρων, μια θεωρία η οποία αναπτύχθηκε από Ούγγρους Τουρκολόγους, εν μέρει σε αναζήτηση υποστήριξης από τους οθωμανούς έναντι της κοινής τους απειλής, του παν-σλαβισμού.
Εκτός από αυτές τις επιρροές γεγονός που σημάδεψε  την όλη διαδικασία ήταν η μετανάστευση των Τούρκων από τη Ρωσία που ξεχύθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά την ώθηση της Ρωσίας προς τον νότο και την ανατολή, στα τέλη του 18ου  αιώνα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους μετανάστες ήταν  διανοούμενοι που είχαν συμμετάσχει ενεργά στο κίνημα του εκσυγχρονισμού της μουσουλμανικής κοινότητας στη Ρωσία. Μερικές από τις ηγετικές μορφές του κινήματος, όπως ο İsmail Gasprinski από την Κριμαία, κάναν λόγο  για  πνευματική και γλωσσική ενότητα μεταξύ των Τούρκων της Ρωσίας, σε μια προσπάθεια να ενώσουν τον τουρκόφωνο πληθυσμό.
Κύριο λόγο για τη διάδοση  των παραπάνω ιδεών ήταν η εβδομαδιαία Tercüman (Δηερμηνέας) που χρησιμοποιούσε ως βασικό σύνθημα  το ‘Dilde, Fikirde, İşte Birlik’ (Ενότητα στη Γλώσσα, τη Σκέψη και τη Δράση). Η  εφημερίδα ήταν ευρέως διαδεδομένη  στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς  ήταν γραμμένη σε μια διάλεκτο κοντά στην οθωμανική τουρκική.

Οι πατέρες του Τουρκισμού: Yusuf Akçura και Ζiya Gökalp

Αλλες προσωπικότητες αυτού του κινήματος ήταν οι Hüseyinzade Ali και Ahmed Ağaoğlu από το Αζερμπαϊτζάν, οι οποίοι είχαν διατηρήσει στενούς δεσμούς με τους εξόριστους Νεότουρκους στην Ευρώπη και έπαιξαν  σημαντικό ρόλο στη διάδοση των ιδεών του Τουρκισμού  μεταξύ των φοιτητών. Ωστόσο  αυτός με την μεγαλύτερη επιρροή ήταν  ο ,γεννημένος στη Ρωσία, Yusuf Akçura.
Ο Αkçura προσδιόρισε τρεις πολιτικές θεωρίες που είχαν σχεδιαστεί στα πλαίσια του οθωμανικού εθνικισμού:
 1. Η πρώτη επιδιώκε να δημιουργήσει ένα έθνος οθωμανικό φέρνοντας τις διάφορες εθνότητες της  αυτοκρατορίας κάτω από μια κυριαρχία.
2. η δεύτερη φιλοδοξούσε να ενοποιήσει όλους τους μουσουλμάνους ,πολιτικά, με το προνόμιο του Χαλιφάτου,
3. και η τρίτη είχε  στόχο τη δημιουργία μιας «τουρκικής πολιτικής ιθαγένειας με βάση τη φυλή»

            Ο Αkçura ακολούθησε την τρίτη πολιτική ,κύρια προτεραιότητα της οποίας ήταν  «η ενοποίηση όλων των Τούρκων οι οποίοι ήταν σκορπισμένοι  σε ένα μεγάλο μέρος της Ασίας και  στο ανατολικό τμήμα της Ευρώπης και  που ανήκουν στην ίδια ομάδα γλωσσών, το ίδιο έθνος και ως επί το πλείστον την ίδια θρησκεία ".
            Ο δεύτερος «πατέρας» του Τουρκισμού ήταν ο Ζiya Gökalp, διανοούμενος από το Çermik, βορειοδυτικά του Diyarbakir, ο οποίος ξεκίνησε το έργο του από εκεί  που σταμάτησε ο Akçura , αναλύοντας  τις επιπτώσεις των τριών ρευμάτων σκέψης –οθωμανισμού , ισλαμισμού και τουρκισμού- για το  μέλλον της χώρας. Ο Ζiya Gökalp ισχυρίστηκε ότι οι Τούρκοι δέχτηκαν το πρώτο από τα τρία ρεύματα επειδή αποτελούσε στην ουσία την ιδεολογία όσων πίστευαν ότι το οθωμανικό κράτος πρέπει να μεταρρυθμιστεί και να εκμοντερνιστεί και αυτό επειδή ήταν οι ίδιοι που νοιαζόταν για την αυτοκρατορία καθώς ήταν αυτοί που την είχαν ιδρύσει (εννοώντας τους τούρκους σαν γένος). Η λύση του Gökalp στο δίλλημα της ταυτότητας ήταν η σύνθεση – τρίπτυχο «Τουρκισμός-Ισλαμισμός-Μοντερνισμός» που με λίγα λόγια συνοψίζονταν στο σύνθημα «Να ανήκεις στο τουρκικό έθνος ,την ισλαμική θρησκεία και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό».
Κατά τον  Ζiya Gökalp υπήρχε ένας διαχωρισμός μεταξύ παράδοσης- κουλτούρας (hars) και πολιτισμού (medeniyet).Η παράδοση- κουλτούρα αποτελείται από ένα σύνολο συναισθημάτων που δεν μπορεί να αναπτυχθεί τεχνητά και δεν μπορεί να μεταδοθεί από έθνος σε έθνος. Ο πολιτισμός από την άλλη, δεν είναι μοναδικός γιατί αποτελείται από έννοιες και τεχνικές  που έχουν αναπτυχθεί  σύμφωνα με ορισμένες μεθόδους και μεταδίδονται από έθνος σε έθνος. Με τη διάκριση αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο μοντερνισμός απαιτεί την αποδοχή των «θεωρητικών και πρακτικών επιστημών και τεχνικών» από την Ευρώπη, αλλά όχι την έγκριση του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής ". Για τον Gökalp η λύση για τους Τούρκους ήταν να αποκτήσουν τα πάντα σε τεχνικές από την Ευρώπη, αλλά να βρουν τον πολιτισμό τους, μόνο στην εθνική ψυχή τους. Η πατριωτική ηθική θα πρέπει να είναι πάνω απ 'όλα. Ο ορισμός που έδινε για το έθνος ήταν ότι πρόκειται για μια ομάδα που αποτελείται από άνδρες και γυναίκες που έχουν περάσει από την ίδια παιδεία, οι οποίοι έχουν  την ίδια  ιστορία, γλώσσα,  θρησκεία , ηθική και αισθητική. Κατά τα λεγόμενά του «Οι άνθρωποι θέλουν να ζουν μαζί με εκείνους που μοιράζονται την ίδια γλώσσα και την ίδια πίστη όχι με αυτούς που φέρουν το ίδιο αίμα στις φλέβες τους».


Επιτροπή για την Ένωση και την Πρόοδο & το κίνημα των Νεότουρκων

Ο τελευταίος σημαντικός παράγοντας στον Τουρκισμό ήταν η Επιτροπή για την Ενωση και την Πρόοδο που δημιουργήθηκε το 1889 από τέσσερις φοιτητές της ιατρικής: τον Ιbrahim Temo, ένας Αλβανός από την Οχρίδα, τον Μεχμέτ Reşid, ένας Κιρκάσιος  από τον Καύκασο, και τους Αμπντουλάχ Cevdet και Ishak Sükuti, δύο Κούρδοι από το Arabkir και το Diyarbakir. Παραδόξως κανείς τους δεν ήταν τουρκικής καταγωγής , όλοι τους προέρχονταν από μη τουρκικές μουσουλμανικές κοινότητες οι οποίοι παρόλα αυτά είχαν αναπτύξει μια έντονη αίσθηση του εθνικισμού. Η οργάνωση αναπτύχθηκε ραγδαία, βρίσκοντας υποστηρικτές στις τάξεις  των δόκιμων αξιωματικών και τους σπουδαστές  πολιτικών, στρατιωτικών, ναυτικών,  και ιατρικών σχολών της Κωνσταντινούπολης.
Η Επιτροπή για την Ένωση και την Πρόοδο , όπως και οι υποστηρικτές των προηγούμενων πολιτικών ρευμάτων εθνικισμού, δημιουργήθηκε με στόχο να σωθεί η αυτοκρατορία. Παρόλα αυτά από το 1902 απέκτησε μια πιο τουρκική «γραμμή» στην πολιτική της, τονίζοντας το τουρκικό στοιχείο στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας. Αυτή η πολιτική στροφή της οργάνωσης μπορεί να ερμηνευτεί  ως αντίδραση στην εξάπλωση του εθνικισμού στα Βαλκάνια και όχι ως καθαρά δογματική εθνικιστική πολιτική του κινήματος. Ενα άλλο στοιχείο που μας οδηγεί σε αυτό το συμπέρασμα είναι ότι η οργάνωση ,από το 1908, χρησιμοποιεί τον Οθωμανισμό, τον Τουρκισμό και τον παν-ισλαμισμό εναλλακτικά στην προπαγάνδα της , μερικές φορές απλά αντικαθιστώντας τον όρο «Τούρκος» με το «Οθωμανός» και αντίστροφα. Επίσης αξίζει να σημειωθεί ότι οι Νεότουρκοι, είχαν στις τάξεις τους πολλούς Άραβες, Αλβανούς και Εβραίους ,ενώ στα πρώτα στάδια του κινήματος , Ελληνες και Αρμένιους . Άλλωστε δεν ήταν λίγοι οι Έλληνες Οθωμανοί οι οποίοι αντιμετώπιζαν το νέο ελληνικό κράτος ως κάτι ξένο, διασπαστικό και κατ’επέκταση προδοτικό απέναντι στην Οθωμανική αυτοκρατορία, της οποίας παιδιά ήταν  και οι πολίτες του  ελληνικού κράτους.
Οι αντίπαλοι της επιτροπής και του κινήματος είδαν την εκδοχή του Οθωμανισμού ως μια διαδικασία εκτουρκισμού, δεδομένου ότι τα σύμβολα που χρησιμοποιούσε η οργάνωση για να προκαλέσει μια υπερ-εθνική ταυτότητα, συμπεριλαμβανομένης της γλώσσας, ήταν ουσιαστικά τουρκικά. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι από το 1902, αλλά κυρίως μετά το 1908 σημειώνεται πολύ μικρή πρόοδος στον τομέα των μη- μουσουλμάνων , όσον αφορά την ένταξή τους στις γραμμές του κινήματος. Οι μόνες  ομάδες που ανταποκρίθηκαν κάπως θετικά στην πρόσκληση ήταν εκείνοι οι οποίοι ήταν ήδη ευχαριστημένοι με την υπάρχουσα τάξη, όπως οι  Έλληνες Φαναριώτες (ισχυρή ελληνική ελίτ στην Οθωμανική αυτοκρατορία η οποία κατείχε σημαντικές πολιτικές και οικονομικές θέσεις) και οι Εβραίοι.
Η Επιτροπή για την Ένωση και την Πρόοδο θα εξελιχθεί στην πιο σκληρή και βάρβαρη εθνικιστική οργάνωση , η οποία θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο  στην προετοιμασία του εδάφους για την κατασκευή του νέου τουρκικού κράτους.

ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΣΕ ΠΑΤΡΙΔΑ-
Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΚΤΟΥΡΚΙΣΜΟΥ (1923-1934)

Ο  σχηματισμός του έθνους-κράτους βασίστηκε  στον εκτουρκισμό (1923-34), που στην ουσία σήμαινε  μετατροπή της χώρας σε  "πατρίδα", με τη βοήθεια κυρίως της ομογενοποίησης του πληθυσμού και τη μετατροπή του οθωμανικού γεωγραφικού εδάφους  σε κάτι  αποκλειστικά Τουρκικό. Για να επιτευχθεί αυτό, οι νεότουρκοι  κήρυξαν  διαρκή ιδεολογικό πόλεμο εναντίον των «άλλων», εθνοτικών, θρησκευτικών και γλωσσικών ομάδων που ζούσαν  στην ίδια γεωγραφική περιοχή.

Ομογενοποίηση του πληθυσμού μέσω δημογραφικής αλλαγής (1913-23)

Η όλη διαδικασία του εκτουρκισμού συνδέεται με το κίνημα των Νεότουρκων μέσω της επιτροπής τους, της Ένωσης και Προόδου, που ήρθε στην εξουσία με πραξικόπημα τον Ιανουάριο του 1913. Μια περίοδο κατά την οποία ο οθωμανικός στρατός μόλις είχε ηττηθεί στον πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο και το οθωμανικό κράτος είχε χάσει το 83 %  του ευρωπαϊκού εδάφους του και το 69 % του πληθυσμού που ζούσε στην Ευρώπη. Είναι η εποχή όπου γίνεται η πρώτη προσπάθεια  μετατροπής της «γης των Τούρκων» σε  «τουρκική πατρίδα». Η διαδικασία που επιλέχθηκε ήταν αυτή της δημογραφικής αλλαγής , που τέθηκε σε εφαρμογή κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου και έπειτα.
Την περίοδο αυτή, η ανατολική Θράκη ήταν υπο Βουλγαρική κατοχή. Η πρώτη ομάδα Οθωμανών που υπέφερε ήταν οι μουσουλμάνοι της Ρούμελης (τουρκόφωνοι των Βαλκανίων) που ζούσαν στην καρδιά του πολέμου.Ο βουλγαρικός στρατός κατάφερε να φτάσει στα περίχωρα της Κων/πολης , αναγκάζοντας 250.000 μουσουλμάνους να μεταναστεύσουν, πλημμυρίζοντας την οθωμανική πρωτεύουσα.  Για αυτούς τους πρόσφυγες, ψιφίστηκε ο  ειδικός νόμος,  με την ονομασία «Νόμος για τη διευθέτηση των μεταναστών»που  τέθηκε σε ισχύ στις 13 Μάη 1913. Μέσω αυτού του νόμου δημιουργήθηκε η «Γενική Διεύθυνση Εγκατάστασης των Φυλών και των Προσφύγων», με απόφαση του τότε υπουργού εσωτερικών Talat Paşa , αργότερα αρχιτέκτονα της σφαγής των Αρμενίων του 1915. Η εν λόγω οργάνωση – διεύθυνση  , υπό τον έλεγχο της Επιτροπής για την Ένωση και την Πρόοδο ,  διέταξε την εγκατάσταση των προσφύγων στις πόλεις των περιοχών του Αιγαίου (παράλια Μικράς Ασίας), όπου το ελληνικό στοιχείο ήταν ακόμα έντονο. Ο ελληνικός πληθυσμός άρχισε να παρενοχλείτε από τις ομάδες προσφύγων οι οποίες οπλίζονταν από την  Επιτροπή για την Ένωση και την Πρόοδο, για αυτόν  ακριβώς τον σκοπό. Έτσι μεγάλες μερίδες ελλήνων άρχισαν σιγά σιγά να μεταναστεύουν προς τα νησιά του Αιγαίου και την ηπειρωτική Ελλάδα. Υπολογίζεται πως πριν το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου είχαν ήδη μεταναστεύσει γύρω στους 150.000 έλληνες από τα παράλια .
Σε πολιτικό επίπεδο τώρα, ο τούρκος διπλωμάτης Galip Kemali είχε προτείνει στον Ελευθέριο Βενιζέλο , εθελοντική ανταλλαγή πληθυσμών, με τον τελευταίο να συμφωνεί. Ο πόλεμος θα ξεσπάσει τον Αύγουστο του 1914 και η ανταλλαγή  θα μείνει μετέωρη.  Οι δύο πλευρές θα υπογράψουν τη συμφωνία  για την ανταλλαγή των μειονοτήτων τους, στις 30 Ιανουαρίου 1923. Για το σκοπό αυτόν επισημοποίησαν το υπάρχον status quo , υπήρχαν 950.000 Έλληνες της Ανατολής ήδη σε ελληνικά νησία και την ηπειρωτική Ελλάδα, με ένα νομικό πλαίσιο. Έτσι, 1,2 εκατομμύρια Έλληνες της Ανατολίας και σχεδόν 400,000 Μουσουλμάνοι της Ρούμελης (τούρκοι των Βαλκανίων)  μετανάστευσαν από τη μια πλευρά στην άλλη. Η συμφωνία ανταλλαγής πληθυσμών με τη συνθήκη της Λοζάνης,  ήταν η πρώτη διπλωματικά  διαπραγματεύσιμη  και διεθνώς επικυρωμένη εθνοκάθαρση του 20ου αιώνα.
Σύμφωνα με οθωμανικά αρχεία από πρόσφατες έρευνες , είχε συσταθεί μια «επιστημονική επιτροπή» (Encumen-I Ilmiye Heyeti) μέσα στην Γενική Διεύθυνση Εγκατάστασης των Φυλών και των Προσφύγων, για τη μελέτη κατανομής των εθνοτικών, γλωσσικών και θρησκευτικών μειονοτήτων . Αυτή η επιτροπή λοιπόν, είχε συγκεντώσει ένα τεράστιο αρχείο πληροφοριών και δεδομένων σε εθνογραφικό επίπεδο για ολόκληρη την περιοχή της Ανατολίας. Οι πληροφορίες μαζεύονταν στην Κων/πολη και ανανεόνονταν κάθε τρεις μήνες καταγράφοντας αναλυτικά τις όποιες αλλαγές στην εθνοτική και θρησκευτική σύνθεση του τοπικού πληθυσμού.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου η Επιτροπή για την Ενωση και την Πρόοδο  εφάρμοσε συστηματικά την πολιτική της για μια μακροπρόθεσμη  δημογραφική αλλαγή με απώτερο σκοπό τον εκτουρκισμό σε μαζική κλίμακα.

Η διαδικασία αυτή βασίστηκε σε τρία βασικά σημεία:

• Ο δείκτης των μη μουσουλμάνων σε καμία από τις επαρχίες δεν θα είναι περισσότερο από 5 %.
• Οι Αρμένιοι  ,που   είχαν ήδη εξοριστεί στην έρημο της Συρίας, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν  το 10 % του πληθυσμού της περιοχής αυτής.

• Τα σπίτια και οι περιουσίες που είχαν  εκκενωθεί από την απέλαση / σφαγή των Αρμένιων  θα δοθούν στους  εισερχόμενους  πρόσφυγες των Βλακανίων

Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι σε περιπτώσεις όπου η μείωση των μη μουσουλμάνων δεν ήταν εύκολη μέσω της «ανάμειξης των πληθυσμών», όπως με την υπόθεση των Αρμενίων, εφαρμόζονταν η  μέθοδος σφαγής και εθνοκάθαρσης.

Στόχος της όλης παραπάνω διαδικασίας ήταν να δημιουργηθεί μια ασφαλή και ισχυρή τουρκική πλειοψηφία η οποία θα μπορούσε να συντρίψει οποιαδήποτε συλλογική διεκδίκηση «εθνικής αυτό-διάθεσης και αυτό-διεύθυνσης» από πλευράς μειονοτήτων, κάτι το οποίο προσπάθησε να κάνει η ελληνική μειονότητα (ρωμιοί), κυρίως  Κων/πολης και Σμύρνης ,  την περίοδο 1919-1922, όπου είχε ταχθεί ανοιχτά με τον ελληνικό στρατό κατοχής και τις μεγάλες δυνάμεις.

Οργανώνοντας τις μετονομασίες
           
            Το 1916, οργανώθηκαν σε τοπικό επίπεδο ,με εντολή του αρχηγού της  επιτροπής για την Ένωση και την Πρόοδο Enver Pasa, επιτροπές για τις μετονομασίες όλων των γεωγραφικών οντοτήτων (χωριά, πόλεις, βουνά κτλ) που είχαν μη- τουρκικά ονόματα.

Τα αποτελέσματα του εκτουρκισμού

Αν ρίξουμε μια ματιά στις αλλαγές που έλαβαν χώρα λόγω των παραπάνω  πολιτικών πρωτοβουλιών από την Επιτροπή για την Ένωση και την Πρόοδο, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το ένα τρίτο του μουσουλμανικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας μεταφέρθηκε σε μέρη  πολύ μακριά από τον τοπό του, αντικαθιστώντας τα 1,2 εκατομμύρια Έλληνες και πάνω από το 1,5 εκατομμυρίου Αρμενίων που εξορίστηκαν ή αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν έμμεσα. Πριν από τον πόλεμο το 20 % (ένας στους πέντε) του πληθυσμού ήταν μη μουσουλμανικό, ενώ μετά τον πόλεμο ο αριθμός είχε μειωθεί δραματικά σε 2,5% (ένας στους  σαράντα) Μπορούμε επίσης να   καταλάβουμε ότι οι συνέπειες της διαδικασίας εκτουρκισμού δεν εξασφάλισαν μόνο τη νίκη κατά του ελληνικού στρατού κατοχής, αλλά άνοιξαν επίσης τον δρόμο για την οικοδόμηση του τουρκικού έθνους-κράτους το 1923.

Η δημιουργία μια εθνικής αστικής τάξης

Οι διωγμοί Ελλήνων και Αρμενίων σήμαινε ότι το πιο παραγωγικό μέρος του πληθυσμού είχε εγκαταλείψει τη χώρα. Οι ελληνικές και αρμενικές κοινότητες αποτελούσαν τη μεσαία και αστική τάξη της οθωμανικής Αυτοκρατορίας.  Η Επιτροπή για την Ένωση και την Πρόοδο έκανε  τα πάντα για να καλέσει το τουρκικό / μουσουλμανικό στοιχείο να λειτουργεί ως επιχειρηματίας σε ένα ιδιαίτερα προστατευόμενο οικονομικό περιβάλλον.
•           Στα πλαίσια δημιουργίας της νέας αστικής τάξης  θα δημιουργηθούν εθνικές επιχειρήσεις  καταργώντας όλα τα προνόμια που είχαν οι ξένοι επιχειρηματίες σε τουρκικό έδαφος.
•           Τον Μάη του 1915, τέθηκε σε ισχύ η λεγόμενη «μεταρρύθμιση γλώσσας» όπου απαγόρευε την μέχρι τότε χρήση Αγγλικών και Γαλλικών στο εμπόριο. Με αυτόν τον τρόπο αυξήθηκε η απασχόληση τούρκων μορφωμένων σε εταιρίες .
•           Η νέα αστική τάξη στηρίχτηκε μέσα από τον νεποτισμό και την ανάδειξη ορισμένων δημόσιων δραστηριοτήτων (πχ.  λόγω των διαφορών των τιμών των βασικών τροφίμων  μεταξύ  μεγάλων πόλεων και της Ανατολίκης υπαίθρου, καθένας που έπαιρνε ειδική άδεια  για τη μεταφορά εμπορευμάτων προς την Κωνσταντινούπολη μέσω τον τότε αυστηρά  ελεγχόμενων  σιδηροδρόμων , μπορούσε και γινόταν  πλούσιος από μια μέρα στην άλλη).
•           Οι τοπικές και ξένες εταιρείες αλλά και οι επιχειρήσεις, οι καταστηματάρχες ακόμα και οι επαγγελματίες όπως οι γιατροί και οι δικηγόροι είχαν δεχτεί πιέσεις να απορρίψουν τους  μη μουσουλμάνους  υπαλλήλους τους και να προσλάβουν τούρκους.
•           Ψηφίστηκαν ειδικοί νόμοι όπου απαγόρευαν την άσκηση «φιλελεύθερων» επαγγλεμάτων (δικηγόροι, γιατροί, φαρμακοποιοί κ.α) στους μη τούρκους –μουσουλμάνους πολίτες .Αυτό οδήγησε πολύ κόσμο να κλείσει τις δουλειές του και να ζητήσει απασχόληση σε άλλα επαγγέλματα ή και να μεταναστεύσει στην Ευρώπη.
•           Τη δεκαετία του ‘30 τα πράγματα χειροτέρεψαν . Το 1932 θα ψηφιστεί ο νόμος με τίτλο « Περιορισμός ορισμένων επαγγελμάτων και οικονομική δραστηριότητα για τους Τούρκους πολίτες μόνο» με τον κατάλογο να περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό επαγγελμάτων (κουρέας, καφετζής, σερβιτόρος κ.α) .Λόγο αυτού του νόμου σχεδόν 9.000 Έλληνες που δεν είχαν φύγει με την ανταλλαγή του ‘23, έχασαν τις δουλειές τους και μετανάστεψαν στην Ελλάδα για πάντα.

Παρ 'όλες τις προσπάθειες της κυβέρνησης της Άγκυρας να δημιουργήσει μια τουρκική ελίτ μουσουλμάνων καπιταλιστών το σχέδιο ναυάγησε.  Η αντικατάσταση της ελληνικής και αρμένικης μεσαίας και αστικής τάξης , που αποτελούσε  πάντα τη ραχοκοκαλιά της οθωμανικής  οικονομίας, αποδείχτηκε μια απίστευτα δύσκολη διαδικασία η οποία κράτησε πάνω από 10 χρόνια.
Το νέο Τουρκικό κράτος , υπό την καθοδήγηση των Κεμαλιστών, έγινε απόλυτα ξενοφοβικό και αυτό- προστατευτικό. Οτιδήποτε δεν ήταν «τουρκοποιημένο» αποτελούσε εν δυνάμει απειλή για τη χώρα και τον κρατικό μηχανισμό. Η παραπάνω διατύπωση εξηγεί και την στάση του Τουρκικού κράτους απέναντι στις όποιες θρησκευτικές (Αλεβίδες, Μπεκτασίδες κ.α), γλωσσικές και εθνοτικές ( Κούρδοι, Αραβες, Σλαβόφωνοι, Γεωργιανοί κ.α) μειονότητες «ξέμειναν» στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Hit n Run
(εκπομπή 17.4.2010)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου