Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

μια γεύση από τα ελληνοτουρκικά (σε επίπεδο κρατών)

    Είναι γεγονός ότι οι ελληνοτρουρκικές σχέσεις αποτελούν ένα δύσκολο, προς κατανόηση, θέμα γι’ αυτό και οδηγεί συχνά σε απλουστεύσεις και εθνικιστικές αναλύσεις που θέλουν τη νίκη του πιο ισχυρού και πολιτισμένου, έναντι οπoiασδήποτε λογικής διαπραγμaτεύσεων.
Στην Ελλάδα η παραδοσιακή αντίληψη περι ιερότητας του έθνους, εχει ριζώσει τον εθνικισμό και τον εθνοκεντρισμό ο οποίος μπορεί και επηρεάζει την πολιτική σκηνή του κράτους και ακόμα περισσότερο την εξωτερική πολιτική. Αυτό με λιγα λόγια σημαίνει ότι η εξωτερική πολιτική αποτελείται από πολλά συντηριτικά στοιχεία τα οποία την εμποδίζουν στην εύρεση εναλλακτικών προτάσεων, πέρα των παραδοσιακών αδιάλλακτων.
    Ο ελληνικός εθνικισμός έχει κατασκευάσει τον εχθρο, που στη συγκεκριμένη περίπτωση ακούει στο όνομα Τουρκία, με μεγάλη ακρίβεια. Η αντίληψη που επικρατεί στην Ελλάδα είναι ότι η Τουρκία μπορεί να επιτεθεί ανα πάσα ώρα,αν φυσικά βρει την κατάλληλη στιγμή (βλ. Κύπρος 1974).Σε αυτήν την κατασκευασμένη αντίληψη φυσικά αποκρύπτονται οι φιλικές σχέσεις των δυο κρατών στο παρελθόν (1930-45) σκοπίμως σε μια προσπάθεια η εικόνα του εχθρού να μείνει ακλόνητη.
    Η εθνικιστική παράδοση στην Ελλάδα υποστηρίζει ότι η Τουρκια δεν μπορεί να αλλάξει, δηλαδή να εκδημοκρατιστεί, επειδή η παράδοσή της είναι έτσι δομημένη που ο αυταρχισμός της και ο εσωτερικός απόλυτος σεβασμός στην ιεραρχία , θα πάψουν να υπάρχουν μόνο όταν αυτή θα πάψει να υπάρχει ως κράτος. Το παραπάνω σκεπτικό σε συνδυασμό με την πλειοψηφικά αποδεκτή τάση στην Ελλάδα να αυτο-αναδεικνύεται σε λίκνο του πολιτισμού, άρα διαφορετική από τη Δύση , την Ανατολή και φυσικά από τα Βαλκανια δημιουργεί μια αδιάλλακτη εικόνα ανωτερότητας προς τους γύρω.      Χαρακτηριστικό του ελληνικού εθνικισμού είναι το πάντρεμα θρησκείας και έθνους (βλ. νεορθόδοξοι) που προβάλει το μεγαλείο του αρχαιοελληνικού και Βυζαντινού πολιτισμού ο οποίος φυσικά "δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από την υλιστική , καταναλωτική και διεφθαρμένη Δύση (που ευθύνεται και για τον επικίνδυνο ελληνικό διαφωτισμό) όσο και από την απολίτιστη και αλλόθρησκη Ανατολή". Στην ουσία εθνικοποιείται η Βυζαντινή και χριστιανική παράδοση μέσα από διαστρεβλώσεις γεγονότων και ιστορικές ανακρίβειες. Ετσι κυριαρχεί και η αντίληψη ( λογικές παραδοσιακής γεωπολιτικής και πολέμου, στρατηγικές ισχύος και κλασικού ρεαλισμού) που θέωρεί το συμφέρον της πατρίδας και την υπεροχή έναντι του εχθρού ως ό,τι πολυτιμότερο.
    Τα προβλήματα- ζητήματα στις ελληνοτουρκκικές σχέσεις είναι συγκεκριμενα : τα κυριαρχικά δικαιώματα της υφαλοκριίδας του Αιγαίου, τα όρια της αιγιαλίτιδας ζώνης (χωρικά ύδατα) , τα όρια του εναέριου χώρου, η στρατικοποίηση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, ο επιχειρησιακός έλεγχος της στρατιωτικής και πολιτικής αεροπορίας και ο επιχειρησιακός έλεγχος του ΝΑΤΟ στο Αιγαίου ( το κυπριακό δεν αναφέρεται σε αυτήν την κατηγορία γιατί αποτελεί ένα μεγάλο και αυτόνομο ζήτημα από μόνο του).Μπορούμε να πούμε σε γενικές γραμμές ότι η δεκαετία του ’80 φαίνεται η πιο δύσκολη για οποιαδήποτε διαπραγμάτευση καθώς η πολιτική του ΠΑΣΟΚ τότε ήταν απορριπτική, αντιθέτως το ’70 και το ’90 γίνονται ανοίγματα, με την Ελλάδα να ρίχνει το βάρος στην νομική προσέγγιση των προβλημάτων.
    Σε θέματα όπως το κυπριακό τα πράγματα είναι πολύ πιο διαφορετικά και δύσκολα.  Η αντιπαλότητα των δυο πλευρών έχει τις ρίζες σε κόντρες πολύ πριν το ’74. Από πριν οι ελληνοκύπριοι αντιμετώπιζαν τους τουρκοκύπριους ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας, ενώ οι αγώνες για Ενωση της νήσου με την Ελλάδα οδήγησαν πολλούς τουρκοκύπριους να ζητάνε την αγγλική βοήθεια, κάτι που χαρακτηρίστηκε ως συνεργασία με τον εχθρό. Επίσης είναι σημαντικό να πούμε ότι οι εχθροπραξίες ελληνοκυπρίων κατά τουρκοκυπρίων είναι πλέον αναμφισβήτητο γεγονός που εξηγεί και τον φόβο των τελευταίων έναντι των πρώτων. Η επίλυση φαντάζει δύσκολη ειδικά εάν δει κανείς το μικρό ενδιαφέρον των ελληνοκυπρίων προς την άλλη πλευρά, κάτι το οποίο αντιλαμβάνονται και οι ίδιοι οι τουρκοκύπριοι. Οι μνήμες της εισβολής του’74 είναι ακόμη έντονες και επηρεάζουν πολύ την οποιαδήποτε κίνηση καλής θέλησης, η οποία μοιάζει με προδοσία στα μάτια πολλών ελληνοκυπρίων. Οι εκδοχές φαίνεται να είναι δυο: Η μια που θέλει το περασμα του χρόνου να βοηθάει τις δυο πλευρές από μόνες τους να προτείνουν λύσεις με ευνοϊκότερους όρους και η άλλη που θέλει τη μη λύση του προβλήματος ως την ιδανικότερη, πόσο μάλλον όταν τίθεται θέμα συμβιβαστικής λύσης.
    Τέλος έρχεται το ζήτημα των μειονοτήτων (δυτικής Θράκης και Κων/πολης), που ως γνωστών δεν εμφανίζεται δυναμικά σε σχέση με όλα τα παραπάνω προβλήματα, αλλα ουσιαστικά επηρεάζει (ή επηρεάζεται από) τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε μεγάλο βαθμό. Είναι γεγονός ότι και τα δυο κράτη έχουν φερθεί καταπιεστικά κατά των μειονοτήτων, με αυτή της Κων/πολης να έχει σχεδόν εκλείψει μέσα απο χίλιες δυο μεθοδεύσεις του τουρκικού κράτους, στοχοποιώντας τους ανα καιρούς ως «ύποπτους» για βοήθεια ή προδοσία στον αντίπαλο – εχθρό. Αυτή η κατάσταση δείχνει να αλλάζει σημαντικά ( από το 1990 και μετά) ειδικά όσον αφορά τους μουσουλμάνους ( Τούρκους, τουρκικής καταγωγής κ.α) της Θράκης παρά το ότι η αντιμετώπιση τους ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας δεν έχει πάψει να υπάρχει...



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου