Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα Ομάδων και Ατόμων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα Ομάδων και Ατόμων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010

ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠ ΤΗΝ ΑΓΩΝΙΣΤΡΙΑ ΠΟΛΑ ΡΟΥΠΑ

ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠ ΤΗΝ ΑΓΩΝΙΣΤΡΙΑ ΠΟΛΑ ΡΟΥΠΑ

ΑΜΕΣΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΠΕΡΓΟΥ ΠΕΙΝΑΣ
  ΝΙΚΟΥ ΜΑΖΙΩΤΗ.

Από τις 15 Ιούλη ο πολιτικός κρατούμενος Νίκος Μαζιώτης έχει προχωρήσει σε απεργία πείνας από τις φυλακές κορυδαλλού όπου και κρατείται. Ο Νίκος Μαζιώτης μαζί με την Πόλα Ρούπα και τον Κώστα Γουρνά είναι αιχμάλωτοι του καθεστώτος εδώ και δύο περίπου μήνες, μετά τη σύλληψή τους για συμμετοχή στην οργάνωση «Επαναστατικός Αγώνας». Και οι τρείς έχουν αναλάβει την πολιτική ευθύνη της συμμετοχής τους στην οργάνωση. Και οι τρεις τους έχουν ρητά διακηρύξει τη συνέχιση του αγώνα και μέσα απ τα τείχη του καθεστώτος.

Η αγωνίστρια και επαναστάτρια Πόλα Ρούπα, όντας έγκυος στον τελευταίο μήνα της κύησής της, έχει υποστεί την αθλιότερη των μεταχειρίσεων που θα μπορούσε να υποστεί οποιοσδήποτε αιχμάλωτος, στα χέρια ενός εχθρού χωρίς κανένα ηθικό κώδικα, εντελώς ασύδοτου και εκδικητικού, έτοιμου να δολοφονήσει για να εδραιώσει την κυριαρχία του.

Η άθλια ιατρική περίθαλψη, που της παρέχεται μόνο μετά από έντονες πιέσεις, κι εν μέσω μιας εγκυμοσύνης με επιπλοκές, είναι έργο όχι μόνο μιας άγριας κατασταλτικής πολιτικής που εκπορεύεται κατευθείαν από τα γραφεία της αντιτρομοκρατικής, αλλά και μιας δράκας «αστυκτηνίατρων» που προσκυνάνε τις κουκούλες της ασφάλειας και λειτουργούν με γνώμονα τις οδηγίες της αστυνομίας. Αυτό άλλωστε φάνηκε ξεκάθαρα και στην υπόθεση του αναρχικού κρατούμενου Σίμου Σεισίδη που τυχαίνει ανάλογης «περιποίησης» από μπάτσους και μπατσογιατρούς...

Σε ποιά μεσαιωνική εποχή, θα μεταφέρονταν σε πολύωρη μεταγωγή ετοιμόγεννη γυναίκα, δεμένη πισθάγκωνα με χειροπέδες;

Σε ποιό δικτατορικό καθεστώς η ασθενής μεταφέρεται στο νοσοκομείο μόνο εφόσον διασφαλιστεί η συνοδεία των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας (ΕΚΑΜ);

Σε ποιά κοινωνία βαρβάρων η ζωή ενός αγέννητου παιδιού αξίζει λιγότερο απ’ την δημόσια τάξη και ασφάλεια;

Σε ποιά τριτοκοσμική ζούγκλα οι μπάτσοι παρίστανται κατά τη διάρκεια ιατρικών εξετάσεων μιας γυναίκας;

Σε ποιά αδήλωτα και αδιανόητα καθεστώτα, η ζωή προσβάλλεται και χλευάζεται τόσο έκδηλα;

Σε ποιά κοινωνική παρακμή, οι γυναικείες οργανώσεις, οι υπέρμαχοι των δικαιωμάτων, κι όλη η φιλολογία του «γυναικείου ζητήματος» εισχωρούν συνειδητά στον κόσμο της σιωπής;
Δεν αντιμετωπίζουμε την αγωνίστρια Πόλα Ρούπα ως ένα σημείο ευαισθησίας, αλλά ως μια αιχμάλωτο πολέμου που αυτή τη στιγμή δέχεται την πιό βίαιη επίθεση από την πλευρά ενός αδίστακτου μηχανισμού που φροντίζει συστηματικά να εξοντώνει τους αντιπάλους του.

Επειδή:
Δεν διανοηθήκαμε ποτέ να κλείσουμε το στόμα μας μπροστά στα αίσχη του κατασταλτικού κρατικού μηχανισμού,

Δεν διανοηθήκαμε ποτέ να αφήσουμε τους μπάτσους και τα τσιράκια τους, να κουμαντάρουν την ανθρώπινη ζωή και ύπαρξη,

Δεν διανοηθήκαμε ποτέ να συμβάλλουμε στην κοινωνική ταπείνωση, στην κοινωνική εξαθλίωση, στην κοινωνική ασυδοσία,

Δεν διανοηθήκαμε ποτέ να επιτρέψουμε σε υπουργούς και εισαγγελείς, σε μπάτσους, δημοσιογράφους και χαφιέδες, να εγκληματούν ασύστολα απέναντι σε συντρόφους μας,
Και εν τέλει, επειδή ΔΕΝ ΔΙΑΝΟΗΘΗΚΑΜΕ ΠΟΤΕ ΝΑ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΚΑΝΕΝΑ ΟΜΗΡΟ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ,

Δηλώνουμε την αμέριστη συμπαράσταση και αλληλεγγύη μας στα μέλη του «Επαναστατικού Αγώνα», Πόλα Ρούπα και Νίκο Μαζιώτη, που αυτές τις μέρες δίνουν τη δική τους μάχη ενάντια στη σύγχρονη βαρβαρότητα της δημοκρατίας.

Στεκόμαστε αλληλέγγυοι σε όλους τους αγωνιστές κρατούμενους των ελληνικών φυλακών, που έχουν ξεκινήσει αποχή συσσιτίου, σε ενδειξη συμπαράστασης στους Πόλα Ρούπα και Νίκο Μαζιώτη, από τη Δευτέρα 19/7.


ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ
Από τους έχοντες λάβει τον όρκο του ιπποκράτη, να αντιληφθούν πως οφείλουν να λειτουργήσουν με γνώμονα την ανθρώπινη ζωή και να πάψουν να συμπεριφέρονται ως υπάλληλοι της αστυνομίας.
Από τους ανθρωπόμορφους των ΜΜΕ, να σεβαστούν την αλήθεια, επιτέλους.

ΚΑΛΟΥΜΕ
Τους συντρόφους στην ελλάδα και σε όλο τον κόσμο να αντιληφθούν πως στην παρούσα φάση, στα «μπάνια του λαού(?)», επιχειρείται ένα από τα πλέον συμβολικά εγκλήματα της εξουσίας, η συντριβή της ουσίας της ανθρώπινης ζωής, και να προχωρήσουν σε δράσεις και κινησεις αλλήλεγγύης, τέτοιες που αρμόζουν στον αγώνα για την κατάκτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Καλούμε, τέλος, τους φίλους και συνοδοιπόρους του αναρχικού/ αντεξουσιαστικού κινήματος στην ελλάδα και στο εξωτερικό να περπατήσουν μαζί μας, ο καθένας με το βηματισμό του, προς την κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης και να μαζικοποιήσουν κάθε κίνηση που κρίνουν πως θα τερματίσει την εξουσιαστική επιδρομή.
Γιατί, όταν κλείνουμε τα μάτια, κάποιων άλλων μένουν ανοιχτά.
ΠΙΣΩ ΡΟΥΦΙΑΝΟΙ- ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ

Αναρχική Αντίσταση
20-07-2010

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Δράση για την Ελευθερία

Γιορτή δημοκρατίας
 
Στις 24/7 κλείνουν 36 χρόνια από την αποκατάσταση της δημοκρατίας και οι έχοντες την τιμή να τη διαφυλάξουν από τους εσωτερικούς εχθρούς αποφασίζουν:
·Το παιδί της Ρούπα και του Μαζιώτη να γεννηθεί παρουσία αντρών της Αντιτρομοκρατικής.
·Η μητέρα του να συνεχίσει να βρίσκεται σε καθεστώς «ειδικής ανάγκης» με 24ωρη παρακολούθηση και εξευτελιστικούς ελέγχους. Κάθε αυτονόητο για την ανθρώπινη ύπαρξη δικαίωμα αναστέλλεται μέχρι νεωτέρας.
·Ο πατέρας δε δικαιούται να δει το παιδί του στο μαιευτήριο, ούτε θεωρείται βέβαιο ότι θα μπορεί να το δει και αργότερα για αυτονόητους λόγους «δημόσιας ασφάλειας».
 
Η δημοκρατία τους εκδικείται. Φτάνει πια.
 
Ξέρουμε ότι όποιος αντιστέκεται, δεν σκύβει το κεφάλι, δεν υπογράφει δηλώσεις μετανοίας, δεν μπορεί παρά να είναι εχθρός και απειλή γι αυτούς και σαν τέτοιος αντιμετωπίζεται. Ξέρουμε επίσης, πολύ καλά ότι το σύνταγμα, οι νόμοι, που τάχα έχουν θεσπίσει είναι δικά τους και εφαρμόζονται κατά το δοκούν.
Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Οι πολιτικοί κρατούμενοι δεν είναι μόνοι, δίπλα τους υπάρχει ένα κίνημα αλληλεγγύης που δεν πρόκειται να ανεχθεί άλλο τη διαιώνιση των «ειδικών εκδικητικών μέτρων». Στεκόμαστε στο πλευρό του απεργού πείνας Ν. Μαζιώτη και στον αγώνα αξιοπρέπειας που δίνει η Π. Ρούπα.
 
Δεν ζητάμε τίποτα – απαιτούμε το αυτονόητο:
 
·Ο Ν. Μαζιώτης να μεταβεί στο νοσοκομείο «Αλεξάνδρα» για να δει μετά τον τοκετό το γιό του και την συντρόφισσά του.
·Να εξασφαλιστούν ελεύθερα επισκεπτήρια μεταξύ τους στη φυλακή χωρίς εμπόδια και παρενοχλήσεις.
·Να σταματήσει ο ψυχολογικός πόλεμος σε βάρος της Π. Ρούπα (24ωρη παρακολούθηση, επίβλεψη από την Αντιτρομοκρατική των ιατρικών εξετάσεων, περιορισμός και παρεμπόδιση επισκεπτηρίων και τηλεφωνικής επικοινωνίας κ.ά.) Να διασφαλιστούν οι συνθήκες εκείνες τόσο κατά τον τοκετό όσο και μετά που θα επιτρέψουν την ομαλή έκβαση της νοσηλείας της
 
Καλούμε το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό να αντιδράσει στις ασφυκτικές συνθήκες που δημιουργούν οι ένστολοι ανθρωποφύλακες του Χρυσοχοΐδητόσο στην Ρούπα όσο και στην ομαλή λειτουργία του νοσοκομείου.
 
Η αλληλεγγύη στον αγώνα των πολιτικών κρατούμενων είναι αδιαπραγμάτευτη
 
20/7/2010
Δράση για την Ελευθερία

Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

Κείμενο της Συνέλευσης για την Αντισπισιστική Δράση σχετικά με το νέο δελφινάριο στα Σπάτα

Κείμενο της Συνέλευσης για την Αντισπισιστική Δράση σχετικά με το νέο δελφινάριο στα Σπάτα
Μαθαίνοντας τις ειδήσεις για το νεοϊδρυθέν δελφινάριο στα Σπάτα, ένα κύμα θυμού αρχίζει να φουσκώνει μέσα μας και να ψάχνει με λύσσα τη στεριά...
Η επιχείρηση Αττικό Ζωολογικό Πάρκο Α.Ε. αποφάσισε να επεκταθεί, επενδύοντας σε  θαλάσσια θηλαστικά και σε ένα πρωτοποριακό, για τα ελληνικά δεδομένα, θέαμα ταπείνωσης ζώων και αποβλάκωσης ανθρώπων. Το επιχειρηματικό αυτό άνοιγμα βασικά ποντάρει στα “χαμογελαστά” κι εκπαιδεύσιμα δελφίνια και φυσικά στην αγάπη των παιδιών για τα ζώα. Με πονηρία καλεί μαθητές και εκπαιδευτικούς να επισκεφθούν το “πάρκο”, οργανώνει επιδείξεις για σχολεία και έχει σχέδια να λειτουργήσει σύντομα προγράμματα κολύμβησης μαζί με τα δελφίνια, έτσι για να μη μείνει και κανείς παραπονεμένος.
Σε αυτό το σόου, το νεαρό -και όχι μόνο- κοινό θα θαυμάσει τα πεινασμένα ζώα να κάνουν κωλοτούμπες και θα μάθει ότι τα δελφίνια ζουν μέσα σε πισίνες γεμάτες χλώριο κι όχι στους ωκεανούς, ότι κάνουν 15 στροφές στον αέρα αν τους το ζητήσει ένας άνθρωπος επειδή τον αγαπούν, ότι τους αρέσει ο κόσμος που ζητωκραυγάζει και τους ταΐζει κέρματα για να κάνει χαβαλέ, ότι βρίσκονται σε μία μόνιμη υστερική χαρά κι ότι ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Για μία ακόμη φορά όμως, τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως μας τα λένε στο σχολείο ή στην τηλεόραση..
Για τα δελφίνια η πισίνα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα κελί. Η μεταχείρισή τους από τους εκπαιδευτές είναι αυτή του θηριοδαμαστή που τιμωρεί τους ανυπάκουους και εκβιάζει την υποταγή με πείνα. Η αιχμαλωσία τους σημαίνει αέναη στέρηση των βασικότερων βιολογικών και ψυχολογικών τους αναγκών. Σημαίνει ότι θα ζήσουν όπου και όπως επιλέξουν τα αφεντικά τους και θα πεθάνουν όταν πια δεν θα τους προσφέρουν κέρδος. Σημαίνει ότι δεν θα ζήσουν μία ζωή όπως τη θέλουν. Ελεύθερη.
Για να πάρουμε τα πράγματα όμως ένα ένα...
Η φυσική διάρκεια ζωής ενός δελφινιού στη θάλασσα είναι 45-50 χρόνια. Σε συνθήκες αιχμαλωσίας ένα στα δύο δελφίνια πεθαίνει μέσα στα 2 πρώτα χρόνια της φυλάκισής  του, από το στρες, τις αρρώστιες ή τη μόλυνση εντός της δεξαμενής. Το στρες είναι ένα μόνιμο στοιχείο της ζωής σε δελφινάριο. Ξεκινάει από τη στιγμή που το δελφίνι θα αποκοπεί βίαια από το κοπάδι του, συνεχίζεται με τη στέρηση τροφής κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης και είναι συνυφασμένο με τη ζωή εντός πισίνας. Ο περιορισμός στην ακτίνα κολύμβησης είναι ακραίος και βασανιστικός καθώς τα ελεύθερα δελφίνια κολυμπούν αποστάσεις μέχρι 160 χιλιόμετρα τη μέρα και καταδύονται έως τα 100 μέτρα βάθος. Χρησιμοποιούν υπερήχους για να πάρουν πληροφορίες για το περιβάλλον τους όπως η απόσταση ή το σχήμα αντικειμένων (ηχοεντοπισμός) και σε μία δεξαμενή η αλλεπάλληλη αντήχηση του σόναρ τους από τα τοιχώματα τα οδηγεί πολλές φορές στην τρέλα.
Επιπλέον, αυτή η ιδιαιτερότητα της ακουστικής αντίληψης των δελφινιών χρησιμοποιείται από την Αττικό Πάρκο Α.Ε. ως άλλοθι για “επιστημονικά” πειράματα, καθώς τα πειραματόζωα επιβάλλεται να βρίσκονται σε ελεγχόμενο περιβάλλον για την έρευνα.  Και  παρόλα αυτά τολμά να επικαλείται την προστασία των ζώων, του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας! Τα δελφινάρια (και οι παντός τύπου εκθέσεις ζώων, όπως ζωολογικοί κήποι, ερπετάρια κ.α.) επικαλούνται με την πρώτη ευκαιρία την προστασία των ειδών προς υπεράσπιση των μαγαζιών τους, και ισχυρίζονται ότι συμβάλλουν στη διατήρηση του είδους, εν προκειμένω των δελφινιών. Αυτό είναι ένα σκανδαλώδες ψέμα. Τα δελφίνια σε χώρες όπως η Ιαπωνία εξοντώνονται με άδεια της κυβέρνησης κατά χιλιάδες, παρόλο που οι πληθυσμοί τους απειλούνται. Αυτές οι επιχειρήσεις σπλάτερ που εφοδιάζουν την αγορά με κρέας δελφινιών, ουσιαστικά συντηρούνται επειδή προμηθεύουν τους καλοπληρωτές με ζωντανά δελφίνια για παραστάσεις δελφιναρίων, προγράμματα Κολύμπι με δελφίνια (swim with dolphins), δελφινοθεραπεία (dolphin assistance therapy) κλπ.
Το μεν κρέας δελφινιών θα διοχετευτεί στην αγορά, παρά τα ακραία επίπεδα υδραργύρου που περιέχει (λόγω της ιδιαίτερης φυσιολογίας τους τα δελφίνια αποθηκεύουν στο σώμα τους υψηλές συγκεντρώσεις τοξικών μετάλλων από τις μολυσμένες θάλασσες) και εν συνεχεία θα πωληθεί τυποποιημένο με άλλη ονομασία για να πιάσει καλύτερη τιμή. Τα δε ζωντανά δελφίνια που θα επιλεγούν από εκπαιδευτές και κτηνιάτρους ως “κατάλληλα” για παραστάσεις θα πουληθούν στη βιομηχανία της διασκέδασης.
Οι ψαράδες σφάζουν τα δελφίνια επειδή στην πραγματικότητα τα θεωρούν επιζήμιο είδος για την αλιεία. Αυτή είναι η ίδια ακριβώς λογική που έχει φέρει τόσα ζώα στο χείλος (ή και πέρα από αυτό) της εξαφάνισης. Όπως η πιο γνωστή στην Ελλάδα περίπτωση με τη φώκια Μοναχό που έχει εξολοθρευτεί από τους “λεβεντοψαράδες” μας. Αυτούς που δηλώνουν  πρωτοπαλίκαρα στην προστασία της θάλασσας και στα κρυφά πυροβολούν φώκιες από τα καΐκια και τις μηχανότρατες. Κατ' αντιστοιχία της άλλης “ελληνικής λεβεντιάς” που “προστατεύει” την ηπειρωτική φύση πυροβολώντας όποιο ζώο έχει απομείνει, προς ικανοποίηση των κυνηγετικών και άλλων απωθημένων τους.

Και εμείς.. αν κι όχι αφεντικά ή επιχειρηματίες, μαθαίνουμε να το δεχόμαστε αυτό. Εκπαιδευόμαστε από μικρή ηλικία να δίνουμε συγκατάθεση στην εκμετάλλευση και τη βία, αρκεί να κρατούνται τα προσχήματα. Μαθαίνουμε ότι η άσκηση εξουσίας δεν είναι κακή εφόσον γίνεται για το δικό μας όφελος. Είτε αυτό είναι το τι θα φάμε, τι θα πιούμε, τι θα φορέσουμε, πως θα διασκεδάσουμε.
Πίσω όμως από τα προσχήματα, πίσω από τα σόου και τις γελοίες παραστάσεις δεν κρύβεται μόνο η απόγνωση των φυλακισμένων κι η θλίψη των επιζώντων γι' αυτούς που χάθηκαν. Δεν κρύβονται μόνο λεφτά και πτώματα. Κρύβονται αιμοδιψείς πειθήνιοι καταναλωτές με ακρωτηριασμένες συνειδήσεις και λειψή ενσυναίσθηση. Αν κάποτε αισθανθούμε τη βρωμερή ανάσα της εξουσίας πολύ κοντά στο σβέρκο μας, τότε θα ξεσηκωθούμε για να διεκδικήσουμε την ελευθερία μας. Μόνο όμως όταν αισθανθούμε τη βρωμερή ανάσα της εξουσίας βαθιά μες στα πνευμόνια μας θα καταφέρουμε να γκρεμίσουμε συθέμελα αυτή την ανθρωποκεντρική εκπαίδευση, να δείξουμε γνήσια  αλληλεγγύη σε όλους τους καταπιεσμένους και να πολεμήσουμε για την ελευθερία όλων των ζώων, ανθρώπινων και μη.


Η αλληλεγγύη είναι το όπλο μας.

Μία ακόμη φυλακή δεν θα γίνει ανεκτή.


Συνέλευση για την Αντισπισιστική Δράση

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΕΝΟΣ ΑΚΟΥΣΙΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ

H προσωπική μαρτυρία της  Αδαμαντίας Παπαπαναγιωτάκη για τον έγκλεισμό αυτής και του συζύγου της Κώστα Παπανικολάου στο ψυχιατρικό κολαστήρι:

Την Τετάρτη 16-6-2010, όλως παρανόμως, σπάζοντας τέσσερις κλειδαριές του διαμερίσματός μας στο Π. Φάληρο Αττικής και συγκεκριμένα στην οδό Πλούτωνος αρ. 3 για να μπούνε μέσα άντρες των ειδικών δυνάμεων μαζί με όργανα του τμήματος Π. Φαλήρου και Εισαγγελέα όπως μας είπε ο ίδιος, ( που μέχρι σήμερα 23-6-2010 δεν έχουμε μάθει το όνομά του, αν και το ζητήσαμε επανειλημμένως), μας πήραν βιαίως και τα τρία μέλη της οικογένειας τόσο τους γονείς όσο και το παιδί μας. Και ενώ μας είπαν ότι πρέπει να διευθετήσουμε ένα θέμα στο Α.Τ. Π. Φαλήρου μας κατέβασαν κάτω και μας έβαλαν σε νοσοκομειακό αυτοκίνητο και τους τρεις τσουβαλιαστούς και μας οδήγησαν, χωρίς πριν να μας ανακοινώσουν ο,τιδήποτε, στο Δημόσιο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο (Δαφνί) και συγκεκριμένα στα εξωτερικά ιατρεία.
Πριν φύγουμε από το διαμέρισμά μας προλάβαμε και ενημερώσαμε (για την παράνομη, απαράδεκτη και αχαρακτήριστη ενέργεια εναντίον μας), τηλεφωνικώς τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών, τον Εισαγγελέα άσκησης ποινικής διώξεως, το Δικηγορικό Σύλλογο και αυτό βέβαια μέσα σε διάστημα 5 λεπτών, αφού δεν μας επιτράπηκε περισσότερος χρόνος, ώστε να είναι εις γνώσιν τους ό,τι διαλαμβανόταν εκείνη τη στιγμή.
Στα εξωτερικά ιατρεία όπου μας πήγαν, αφού περιμέναμε λίγο μιλήσαμε με κάποιους γιατρούς (τα ονόματά τους δεν τα ξέρουμε ακόμα), οι οποίοι και μας ενημέρωσαν για πρώτη φορά ότι υπήρχε μια εισαγγελική παραγγελία βάσει μιας καταγγελίας που έχει γίνει εναντίον μας, χωρίς να μας ειπωθούν ονόματα ή οποιαδήποτε άλλα στοιχεία.
Μας είπαν μόνο ότι η καταγγελία ανέφερε ότι είχαμε βρίσει γείτονα και ότι είχανε γίνει κάποιες καταστροφές στην πολυκατοικία που κάποιοι έμμεσα μάς ενοχοποιούσαν γι’ αυτές.
Ας σημειωθεί ότι φεύγοντας από το διαμέρισμά μας συνοδεία των παραπάνω, αυτό αφέθηκε ανοιχτό με σπασμένες όλες τις κλειδαριές και πλήρως κατεστραμμένες έτσι ώστε να παραμένει στη διάθεση του οποιουδήποτε, από την ημέρα που μας πήραν βιαίως, με την επιβαρυντική δε περίπτωση ότι στο διαμέρισμα αυτό στεγάζεται και το γραφείο μας και υπάρχουν μέσα φάκελοι και δεδομένα που θα έπρεπε να προστατευθούν με βάσει το επαγγελματικό απόρρητο.
Επίσης, δεν μας εξήγησαν που πηγαίναμε, οπότε ούτε ρούχα πήραμε μαζί μας ούτε και χρήματα για να ανταπεξέλθουμε των καταστάσεων που επακολούθησαν. Στη φάση αυτή, λοιπόν, και όσο είμαστε στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου δεν μας αναφέρθηκε τίποτα για το παιδί μας μόνο μας ρώτησαν το όνομά του και την ηλικία του.
Αφού τους απαντήσαμε, «λογικοφανή επιχειρήματα», σε όλα τα ερωτήματά τους αναλυτικά και διεξοδικά και όπως ισχυρίστηκαν οι ίδιοι μετέπειτα σε έγγραφο που συνέταξαν πάνω σ’ αυτά που ειπώθηκαν στη γρήγορη σχετικά μεταξύ μας συνάντηση με και αφού μας ζητήθηκε να βγούμε έξω, μετά από λίγο μας ανακοινώθηκε ότι θα εισαχθούμε για παρατήρηση ολίγων ημερών σε άλλη ειδική αίθουσα του νοσοκομείου όπου και πήγαμε.
Ποτέ, μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν μας είπαν ότι υποχρεούμαστε να εξεταστούμε χωριστά μια και θα μπορούσαν να μας εισάγουν στο ίδιο τμήμα τόσο γιατί είμαστε οικογένεια όσο και επειδή ο σύζυγός μου Κων/νος Παπανικολάου έχει μειωμένη δυνατότητα οράσεως, αφού του έχει διαγνωστεί εδώ και κάποια διάστημα καταρράχτης στα μάτια και μάλιστα στο ένα κυρίως πρέπει να έχει ωριμάσει πολύ. Αυτό δεν του επιτρέπει να αυτοεξυπηρετηθεί και πρέπει να έχει κάθε στιγμή άνθρωπο δίπλα του για οποιαδήποτε ανάγκη μπορεί να προκύψει αλλιώς υφίσταται μέγας κίνδυνος σωματικής ακεραιότητος γι’ αυτόν, ακόμα και κίνδυνος ζωής.
Αντί γι’ αυτό μας οδήγησαν με νοσοκομειακό αυτοκίνητο σε ένα από τα κτίρια του νοσοκομείου αυτού και συγκεκριμένα στο 5ο τμήμα και βιαίως απέσπασαν από μας το σύζυγό μου Κων/νο Παπανικολάου τραβώντας τον, τον έβαλαν μέσα από μια πόρτα και αμέσως κλείδωσαν ενώ εμάς μας οδήγησαν στο δεύτερο όροφο του αυτού κτιρίου όπου στεγάζεται το 6ο τμήμα και αν και τους είπα ότι δεν πρόκειται να αποχωριστώ το παιδί μου αφού μάλιστα με διαβεβαίωσαν ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί, αντίθετα μας διαχώρισαν και πάλι βιαίως τραβώντας το παιδί απ’ τα χέρια μου και κατευθύνοντας το προς τα σκαλιά και παίρνοντάς το προς άγνωστη κατεύθυνση με έβαλαν μέσα από μια πόρτα την οποία και μετά επίσης κλείδωσαν όπου όπως έμαθα αργότερα στεγάζεται το 6οτμήμα. Το παιδί βέβαια σ’ όλο αυτό το διάστημα φώναζε και έκλαιγε τρομαγμένο ζητώντας με και μη θέλοντας να με αποχωριστεί με κανένα τρόπο. Μετά απ’ αυτό με έβαλαν στο συγκεκριμένο τμήμα και αφού έλεγξαν τα πράγματα που είχα μαζί μου, το ίδιο και στον σύζυγό μου στον κάτω όροφο, μας τοποθέτησαν εμένα στο θάλαμο 9 και εκείνον στον θάλαμο 7.
Από την πρώτη στιγμή ρωτούσα να μάθω πού βρίσκεται το παιδί, τελικά το έμαθα την Παρασκευή 18-6-2010 και συγκεκριμένα ότι βρίσκεται στο Νοσοκομείο Παίδων Αγ. Σοφίας από την γιατρό που εξέτασε κα Θάνου.
Σε ό,τι έχει σχέση με το παιδί, αρχικά όσες φορές έπαιρνα κι εγώ αλλά και πρόσωπα συγγενικά και φιλικά μου στο Αγ. Σοφίας μας έλεγαν ότι δεν υπάρχει τέτοια εισαγωγή, μετέπειτα μας μπέρδεψαν ότι ήταν στον 5ο όροφο και τελικά το Σάββατο 19/6 έμαθα ότι είναι στον 6ο όροφο αυτού του νοσοκομείου όπου τηλεφώνησα και μίλησα με την κα Γκίκα, γιατρό της κλινικής αυτής, η οποία και αφού της είπα ότι είμαι η μητέρα του, μου είπε ότι το παιδί είναι πολύ καλά, έχει γυναίκα δίπλα του, είναι υγιέστατο και το μόνο πρόβλημα είναι ότι ζητάει τους γονείς του. Εκείνοι του λένε ότι είναι σε μια δουλειά ο μπαμπάς και η μαμά και θα γυρίσουν να το πάρουν, μάλιστα με ρώτησε η γιατρός πότε θα μπορέσω να πάω.

Της εξήγησα ότι αυτό πρέπει να το αποφασίσει η γιατρός του τμήματός μου κα Μαραγκουδάκη και αν μπορούν να επικοινωνήσουν μαζί της κι αυτοί να της εκθέσουν τα δεδομένα.
Μου είπε ότι από ότι ήξερε εκείνη, το παιδί πήγε εκεί γιατί δεν είχα που να το αφήσω. Της εξήγησα ότι είναι ψευδές κάτι τέτοιο γιατί είχα πολύ καλούς και έμπιστους ανθρώπους δικούς μου να πάω το παιδί αλλά δυστυχώς δεν μας άφησαν ούτε χρόνο, ούτε δικαίωμα επιλογής για κάτι τέτοιο. Μετέπειτα καθημερινά έπαιρνα τηλέφωνο στο νοσοκομείο και επικοινωνούσα με τις νοσηλεύτριες ως προς το παιδί.
Όπως όμως έμαθα αργότερα κι όταν πια επιτράπηκαν οι επισκέψεις σ’ αυτό από δικούς μου ανθρώπους το παιδί από την λύπη του, αφού στερείται της φυσικής επικοινωνίας με τους γονείς του, δεν τρώει αλλά και ούτε ρούχα έχει να αλλάξει, τα δικά του κάπου έχουν χαθεί και άλλα που του δίνουν δεν του κάνουν. Υπάρχει άνθρωπος δίπλα του, αλλά αυτό βέβαια δεν μπορεί να αναπληρώσει τους γονείς.
Ο σύζυγός μου αφού εισήχθη στο 5ο τμήμα της ψυχιατρικής κλινικής αυτής μίλησε με το γιατρό τον υπεύθυνο του τμήματος αυτού και αφού τον ρώτησε –μετά από μια σύντομη συνέντευξη– αν μπορεί εκείνος πια να ζητήσει να λήξει η κράτηση, εκείνος του απάντησε ότι δυστυχώς θα πρέπει να τηρήσει την εντολή που είχε από τους γιατρούς που μας εξέτασαν στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου, ας σημειωθεί και πάλι για δέκα λεπτά το πολύ. Αρνήθηκε να δώσει αίμα ενώ του πήραν την πίεση και από κει και μετά άρχισαν οι επανειλημμένες ενέσεις, παρά την αρχική του αντίδραση, βιαίως, για να βρίσκεται σε πλήρη καταστολή τις περισσότερες ώρες και όσες ώρες δεν βρισκόταν, νόμιζε ότι βρίσκεται αλλού, δεν είχε επίγνωση του χώρου που βρισκόταν πραγματικά, δεν μπορούσε να μιλήσει κανονικά αφού η γλώσσα του είχε λίγο γυρίσει, τον αφήναν να κάθεται στο πάτωμα μη φροντίζοντας έστω να τον τοποθετήσουν σε μια καρέκλα, μάλιστα σε αυτή την κατάσταση τον βρήκε και δικηγόρος-φίλη που της επιτράπηκε τελικά να τον επισκεφτεί και γενικά ήταν σε άθλια κατάσταση. Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι πολύ φίλοι και συγγενείς που είπαν ότι μαθαίνοντας το τι συνέβη και ερχόμενοι να μας δουν τους έλεγαν ότι δεν μπορούν και τους έδιωχναν.
Εκτός από τα παραπάνω και ενώ οι γιατροί γνώριζαν από την πρώτη στιγμή ότι είχε καταρράκτη σε πολύ ώριμη φάση στο ένα μάτι και αρκετά στο άλλο και δεν είχε τη δυνατότητα να αυτοεξυπηρετηθεί ούτε στις βασικές ανάγκες του, κάτι που θα μπορούσε να διευκολυνθεί αν μας έβαζαν στο ίδιο τμήμα πατέρα και μητέρα μια και α) τα τμήματα είναι μεικτά ανδρών-γυναικών, β) χωρίς διαχωρισμό της σοβαρότητας της κατάστασης του φερομένου ως ασθενούς, γ) δεν είχαν την δυνατότητα παροχής νοσηλευτή ειδικά για εκείνον ή έστω να είναι σε επιφυλακή μήπως προκύψει οποιανδήποτε ανάγκη. Αντίθετα, ο όροφος εξυπηρετείται από 2 έως 3 νοσηλευτές ανά βάρδια οι οποίοι όμως υποχρεούνται να εξυπηρετούν γύρω στα 30 άτομα, κάτι το φυσικά αδύνατο και ειδικά για ένα άτομο με τα αναφερόμενα προβλήματα όρασης.
Το παραπάνω αίτημα το προβάλαμε επανειλημμένα από την αρχή του ακούσιου εγκλεισμού μας, αλλά δυστυχώς ποτέ δεν έγινε δεκτό. Από Παρασκευή 18-6-2010 μου επιτρέψανε να κατεβαίνω κάτω αλλά μόνο για τις ώρες του επισκεπτηρίου δηλαδή 10.30 πμ ως 12.30 μμ και 5.30 μμ έως 7.30 μμ για να τον βοηθάω αλλά και επειδή ήθελε ένα άτομο της εμπιστοσύνης του να ελέγχει όσο μπορεί σε ποιες διαδικασίες τον υποβάλλουν.
Κάποιες δε φορές που παραβίασα για λίγο το ωράριο και πάντα γιατί δεν προλάβαινα να ολοκληρώσω τη βοήθεια που του προσέφερα με εκβίαζαν ότι θα μου κοπεί και αυτό το δικαίωμα που με τόσο κόπο είχα κερδίσει. Έτσι ώρες που θα είχε ανάγκη ένας ασθενής όπως ο σύζυγός μου εξαιτίας των παραπάνω, όπως είναι για παράδειγμα οι βραδινές ώρες δυστυχώς δεν μπορούσα και δεν μου επιτρεπόταν να τον βοηθήσω. Εμένα αφού με πήγαν στο 6ο τμήμα, ερεύνησαν τα προσωπικά μου αντικείμενα, μου πήραν το κινητό τηλέφωνο, με τοποθέτησαν στο θάλαμο 9 και χωρίς άλλη πληροφόρηση μου είπαν ότι έπρεπε να περιμένω τους γιατρούς να μιλήσω μαζί τους. Την Τετάρτη το μεσημέρι μίλησα τελικά με την κα Μαραγκουδάκη υπεύθυνη του τμήματος για 10΄ περίπου αφού, όπως μου είπε, δεν είχε χρόνο.
Την επομένη μίλησα με την κα Θάνου ψυχίατρο και την κα Παππά παιδοψυχολόγο και όπως που είπε είχε διατελέσει και νηπιαγωγός. Τους εξέθεσα αναλυτικά τα θέματα με βάση την καταγγελία όπως μου την διάβασαν, σαθρή από άκρο εις άκρο, χωρίς ουσία και τόσο επουσιώδης που δεν μπορούσε επ’ ουδενί να στηρίξει τον εδώ εγκλεισμό και κράτησή μας (συγκεκριμένα έλεγε ότι βρίσαμε γείτονα, ότι γράψαμε ένα σύνθημα στον τοίχο του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας μας, καθ’ όλα όμως αιτιολογημένο και όχι υβριστικό και που αφορούσε την ιδιοκτήτρια του τρίτου ορόφου «υπάλληλο Πολεοδομίας» Δ. Μ.. Τους εξέθεσα και τα γενικότερα αίτια που δημιούργησαν αυτήν την καθόλα ψευδή και συκοφαντική καταγγελία την οποία οικειοποιήθηκε ο συγκεκριμένος εισαγγελέας που έβγαλε αυτή την συκοφαντική παραγγελία εναντίον μας.
Όλα αυτά όπως σιγά-σιγά ήδη αποδεικνύεται γίνονται (και μετά απ’ αυτό που συνέβη έχουμε ενδείξεις, σοβαρές) επειδή έχει μηνυθεί και καταδικαστεί από μας όργανο του Α.Τ. Παλαιού Φαλήρου για παράνομη κατακράτηση (γράφτηκε και άρθρο στο τότε φύλλο της Ελευθεροτυπίας), αλλά και ενόψει εκδίκασης αστικών αγωγών κατά αστυνομιών οργάνων τόσο του οικείου τμήματος του Παλ. Φαλήρου όσο και οργάνων της ΓΑΔΑ, Εισαγγελέων, Κοινωνικών λειτουργών και ιδιωτών όπου ζητιούνται, αποζημιώσεις για παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων, προσωπικών δεδομένων κλπ.
Αδαμαντία Παπαπαναγιωτάκη

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010

Η ΑΜΕΙΛΙΚΤΗ ΒΑΡΥΤΗΤΑ ΕΝΟΣ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ

Aκολουθεί ένα κείμενο ανάλυσης με αφετηρία το τραγικό γεγονός της 5ης Μάη, διακινήθηκε σε στέκια και σε κύκλους συντρόφων, δεν εκφράζει κάποια συλλογικότητα, κατατίθεται πρωτοβουλιακά στο διάλογο που εκ των πραγμάτων έχει ανοίξει ανάμεσα στους αναρχικούς και τους αντιεξουσιαστές… 

Η ΑΜΕΙΛΙΚΤΗ ΒΑΡΥΤΗΤΑ ΕΝΟΣ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ

(ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΕΛΑΦΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΑΣ)
Παγωμάρα, μούδιασμα, αμηχανία στο πρώτο άκουσμα… Άρνηση να το δεχτείς, ανάγκη να πιαστείς από την πιθανότητα του να μην είναι παρά ένας χυδαίος καθεστωτικός/ μηντιακός χειρισμός… Εντέλει συντριβή, κατάθλιψη, εκνευρισμός μπροστά στο αναντίρρητο των γεγονότων… Συναισθηματικά περάσματα πολλών μπροστά στην τραγική κατάληξη που επιφύλασσε αυτό το μοναδικό απεργιακό συλλαλητήριο της 5ης Μάη, μπροστά στο θάνατο των τριών εργαζομένων από αναθυμιάσεις εξαιτίας του εμπρησμού του υποκαταστήματος της Marfin στη Σταδίου.
Το εξοργισμένο πλήθος των διακοσίων χιλιάδων με τις πρωτόγνωρα πλατιές συγκρουσιακές διαθέσεις και τις επανειλημμένες εφόδους προς το κοινοβούλιο, θα αποσυρόταν μια ώρα αρχύτερα από τους δρόμους βουβό και παγωμένο. Η ογκούμενη κοινωνική οργή, έστω βραχυπρόθεσμα ή περιορισμένα, θα περιβαλλόταν από ένα ακόμα πέπλο αναστολών. Και η κατασταλτική στρατηγική που προσπαθεί επίμονα και επιτακτικά τον τελευταίο χρόνο να εγκλωβίσει τη δράση των αναρχικών και των αντιεξουσιαστών σε τροχιά κοινωνικής απονομιμοποίησης, περιθωριοποίησης και ποινικής εξόντωσης, θα συνδιαλεγόταν με την ιδανική της αφορμή.
Μπάτσοι, δημοσιογράφοι και πολιτικοί αναρωτήθηκαν μήπως βρέθηκαν μπροστά στην ευκαιρία να αντιστρέψουν το χαρακτηρισμό που τόσο τους ταιριάζει, το χαρακτηρισμό του δολοφόνου. Αυτοί οι τιποτένιοι που θα τους λείπει πάντα το ηθικό ανάστημα και που πάντα θα φλυαρούν υποκριτικά για την αξία της ανθρώπινης ζωής. Αυτοί που έχουν λερωμένα τα χέρια τους μέσα στην καθημερινότητα των αστυνομικών δολοφονιών, των βασανιστηρίων, των ξυλοδαρμών, των κάθε είδους ταπεινώσεων, αυτοί που τα οργανώνουν όλα αυτά και τα δικαιολογούν διασκεδάζοντάς τα μέσα στο σύμφυρμα των θεαματικών αναπαραστάσεων και των δημοκρατικών ψευδαισθήσεων. Αναρωτήθηκαν λοιπόν μήπως βρέθηκαν μπροστά στην ευκαιρία να εξουδετερώσουν το ηθικό έρεισμα των αναρχικών και των αντιεξουσιαστών ώστε να επιχειρήσουν την τελική λύση στο σχέδιο πολιτικής εξόντωσής τους. Το ίδιο απόγευμα ο κατασταλτικός μηχανισμός τέθηκε σε επιθετική διάταξη και οι ορδές των μπάτσων επιτέθηκαν σε στέκια αγωνιστών στα Εξάρχεια. “Πρέπει να αφανίσουμε αυτούς τους τρομοκράτες της πόλης άμεσα, απόψε”, παραληρούσε ο αμίμητος δήμαρχός της.
Ωστόσο η ιδιαίτερη κρισιμότητα της εποχής, η οξυμένη ευαισθησία των κοινωνικών αισθητηρίων, οι πλατιές διεργασίες ρήξης και αντίστασης, φάνηκαν απροσπέλαστες για τη φτηνή μηντιακή υστερία και ανέκοψαν την άμεση πολιτική/ κατασταλτική εκμετάλλευση ακόμα και ενός τόσο ακραίου γεγονότος. Από τη θέση που του αντιστοιχούσε, πολύς κόσμος στάθηκε με χαρακτηριστικό ορθολογισμό και υγιή ανακλαστικά επιμένοντας στην ανάδειξη των εργοδοτικών ευθυνών του αηδιαστικού Βγενόπουλου και θεωρώντας τους νεκρούς εργαζόμενους ως τα πρώτα θύματα του ΔΝΤ. Αυτός ο κόσμος αρνήθηκε να αγνοήσει την ποιοτική σταθερά της αντιεξουσιαστικής εμπειρίας και την οργανική της σύνδεση με αυτό που γίνεται αντιληπτό ως κοινωνική αντίσταση. Γιατί το τραγικό γεγονός σχετίζεται μεν συνειρμικά όσο δεν πάει με την κατατεθειμένη αντιεξουσιαστική εμπειρία αγώνα, όπου οι κουκούλες, οι μολότωφ και οι επιθέσεις στις τράπεζες κατέχουν κεντρική θέση στα προτάγματα και τις πρακτικές της. Αλλά ταυτόχρονα διαφοροποιείται σαφώς από αυτή, που με χρονικό βάθος δεκαετιών και πάμπολλες επιθετικές δράσεις, έχει αρνηθεί και έχει αποφύγει να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο οποιονδήποτε απλό άνθρωπο.
Επειδή όμως η τοποθέτηση κάποιου απέναντι στο γεγονός κρίνεται σε σχέση με τη θέση του, οι αναρχικοί θα χρειάζονταν να σταθούν πολύ περισσότερο γύρω από αυτό. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η ενέργεια ήταν πράξη πρακτόρων της ΕΥΠ ή ακροδεξιών. Η εύκολη καταφυγή στη συνωμοσιολογία και την προβοκατορολογία όχι μόνο δεν χρησιμεύει αλλά μάλλον ζημιώνει και την πιο στοιχειώδη ευφυΐα. Δεν μπορούσε λογικά επίσης να υπάρχει δολοφονική πρόθεση ακόμα και από τους πιο “ανεγκέφαλους” ή “κατεστραμμένους” από την πλευρά των διαδηλωτών. Αντιβαίνει σε όλα τα έως τώρα δεδομένα το να θέλει κάποιος που κατεβαίνει σε μια διαδήλωση να χρεωθεί θανάτους. Κατά μία έννοια ήταν απόρροια λάθους, τραγικό δυστύχημα. Κατά μία έννοια, γιατί δεν αρμόζει στη σοβαρότητα του γεγονότος να προσπερνιέται επιφανειακά και ελαφρά την καρδία, να μην απασχολεί και σε δεύτερο επίπεδο. Το ερώτημα οφείλει να γίνει ουσιαστικό, να προεκταθεί στο αν θα μπορούσε να μην έχει δοθεί από τους αυτουργούς της επίθεσης η απαιτούμενη προσοχή, να μην έχει υπάρξει η αγωνία και η πρόνοια να αποφευχθεί μια τέτοια εξέλιξη.
Όχι γιατί είναι γνωστές οι ακριβείς περιστάσεις κάτω από τις οποίες συνέβη -όποιοι εμπλέκονται δεν φρόντισαν καν με κάποιο ανώνυμο τρόπο να τις ξεκαθαρίσουν. Αλλά γιατί εκ των πραγμάτων επανέρχεται μια συνολική συζήτηση, για το πως είναι δυνατό να υπάρχουν περιθώρια επιπολαιότητας, αδιαφορίας ή και κυνισμού -όποτε υπάρχουν- εκεί όπου θα αντιστοιχούσε η συναίσθηση των κινδύνων και της ευθύνης της κάθε πράξης. Μια συζήτηση που αναλογεί στους αναρχικούς και τους αντιεξουσιαστές, γιατί αυτοί αποτελούν εδώ και χρόνια το βασικό σημείο αναφοράς για μια σειρά μορφές επιθετικής δράσης και για τους τρόπους που διαπράττονται και νοηματοδοτούνται. Μια συζήτηση που με διάφορες αφορμές και αιτίες επανέρχεται κάθε τόσο, για να εξαντληθεί στην ανάλυση του φετιχισμού της βίας, στην αναγωγή του στις πολιτικές αντιλήψεις που ευθύνονται ή υποτίθεται ότι ευθύνονται για αυτόν και σε προτάσεις για δυνατές και αποφασιστικές περιφρουρήσεις.
Η συζήτηση αυτή δεν γίνεται να χωρέσει στη μερικότητα των αποσημειολογήσεων, ότι η σχέση για παράδειγμα των ατόμων με τη βία μπορεί να παίρνει και χαρακτήρα υπαρξιακής αυτοεκπλήρωσης ή ότι μπορεί να επικαθορίζεται από το φαντασιακό της πατριαρχίας και τα μάτσο στερεότυπα. Προφανώς και ισχύουν, πάραυτα η βία βρίσκεται στον πυρήνα των εξουσιαστικών σχέσεων, είναι η καθημερινή υλική έκφραση της ασίγαστης σύγκρουσης των αντίρροπων κοινωνικών δυνάμεων, αυτή που τελικά κρίνει την αλλαγή ή τη συντήρηση των πραγμάτων, “η μαμή της ιστορίας”. Δεν γίνεται επίσης να χωρέσει σε μια μάλλον προκατειλημμένη και κλειστή αντιπαράθεση μεταξύ διαχρονικών και αμετάλλακτων υποτίθεται αντιλήψεων, στα μαθήματα ας πούμε ενός αφαιρετικού και γι΄ αυτό εξωπραγματικού κοινωνισμού απέναντι σε λογικές που πράγματι έχουν ξεφύγει κάποτε στα όρια της αντικοινωνικής τύφλωσης και της υστερίας. Οι αντιλήψεις επιδρούν αλλά δεν προηγούνται της κίνησης της πραγματικότητας, αντίθετα υπάρχει αναγκαιότητα βαθύτερης κατανόησης των καταστάσεων που σε μια ορισμένη φάση πριμοδοτούν μια μεταφυσική της βούλησης αντί για μια διαλεκτική των πραγμάτων ή έναν εγωιστικό βολονταρισμό αντί μιας ταξικής συνείδησης. Αν η συζήτηση μπορούσε να χωρέσει σε αυτά, το πρόβλημα θα ήταν μάλλον απλό, κάποιες κουλτούρες βουτηγμένες στο κυρίαρχο και κάποιες ιδεολογικές αναφορές που ορίστε κάνουν ζημιά. Μόνο που δεν έχει βρεθεί ακόμα τρόπος οι ιδέες και οι κουλτούρες να περπατάνε χωρίς σώματα, έξω από τις υλικές τους προϋποθέσεις.
Μια τέτοια συζήτηση χρειάζεται γερές δόσεις ενδοσκόπησης και αναστοχασμού, χρειάζεται να διακινδυνεύει συνολικότερες αφηγήσεις για την εξέλιξη των κοινωνικών σχέσεων και να διεκδικεί το ξεπέρασμα των επί της ουσίας δομικών προβλημάτων του κινήματος μέσα από το προχώρημα, την εξέλιξη των προτάσεων αγώνα εντός του. Έστω και περιορισμένα εδώ, μια κάποια διαστολή της θεματικής είναι απαραίτητη. Η μητρόπολη αντιπροσωπεύει μια συγκεκριμένη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού με ορισμένες συνέπειες στη μορφή των κοινωνικών σχέσεων και τις αντιλήψεις. Μια φάση διάλυσης των προηγούμενων συνθηκών συλλογικής υποκειμενοποίησης που υπήρχαν στο πλαίσιο ενός αυστηρού και άκαμπτου καταμερισμού εργασίας και εγκαθίδρυσης νέων όρων επιβίωσης πολύ περισσότερο εντατικοποιημένων και εξατομικευμένων. Η επιβίωση για τον καθένα γίνεται μια αγχώδης μοναχική υπόθεση κοινωνικής ένταξης και υπαρξιακής ισορροπίας, μέσα σε μια διχαστική και παραληρηματική καθημερινότητα εκβιασμών και υποσχέσεων εκτεινόμενη από την απειλή της ακραίας φτώχειας στη δυνατότητα του άκρατου καταναλωτισμού, από τη σύνθλιψη της άγριας εκμετάλλευσης στην εξημέρωση της βαθιάς αλλοτρίωσης, από την ωμή βία του αποκλεισμού στην απατηλή εξασφάλιση της ενσωμάτωσης. Η μοναχική αυτή επιβίωση γίνεται το πέρασμα του καθένα σε μια γενικευμένη συνθήκη κοινωνικής αποξένωσης και νοητικής παράλησης. Με ολέθρια συνέπεια για τους καταπιεσμένους, την αποδόμηση της ταξικής τους συνείδησης και το τσάκισμα κάθε έννοιας και πραγματικότητας κοινότητας εκτός εκείνων που ορίζουν οι καπιταλιστικές ανάγκες και οι κρατικές υποδείξεις.
Η μετάβαση στο μητροπολιτικό τοπίο θα εισήγαγε τις δικές του αντιφάσεις. Όσο η αναδιάρθρωση στην παραγωγική δομή και η προέκτασή της στην εκπαιδευτική διαδικασία θα κατεύθυναν τη σταδιακή διάλυση αυτού που θα ονομάζαμε εργατική τάξη των εργοστασίων, τόσο η δυναμική της σύγκρουσης θα μετατοπιζόταν προς νέες προλεταριακές φιγούρες. Φιγούρες καταπιεσμένων που δεν θα είχαν πλέον για σημείο αναφοράς τους τις συγκεκριμένες μορφές πρόσδεσής τους στην παραγωγή που αμφισβητούνταν ούτως ή άλλως από την κινητικότητα και την ευελιξία. Φιγούρες που θα ξεπήδαγαν από τους ξεχασμένους των υπό ανάπλαση λαϊκών συνοικιών, από τους λιποτάκτες της μεσαίας κοινωνικής τους καταγωγής, από τις εξεγέρσεις των φυλακών, από τις κερκίδες των γηπέδων, από τις καταλήψεις των σχολείων, από τις ουρές των διαδηλώσεων, από τους κύκλους αργότερα των μεταναστών. Με ακρωτηριασμένη ταξική μνήμη, με συλλογικές αναφορές αν όχι ανύπαρκτες περιορισμένες σε μικρόκοσμους, αποξενωμένοι τόσο ανάμεσά τους όσο και απέναντι στο αναπαλλοτρίωτο και ολοκληρωτικό περιβάλλον της μητρόπολης, έκθετοι στην πολύμορφη καθημερινή του βία. Με έσχατο σημείο αυτοκαθορισμού τους, τη δυνατότητά τους να αντιγυρίζουν ένα ποσοστό της έντασης της βίας που εισπράττουν, τη δυνατότητά τους να εξεγείρονται, με φωνές έστω άναρθρες, με χτυπήματα σπασμωδικά, με κινήσεις απεγνωσμένες.
Αν αυτές τις τελευταίες δεκαετίες η ριζοσπαστική αντίσταση εκφράστηκε κυρίως μέσα από τη δράση των αναρχικών και των αντιεξουσιαστών, είναι γιατί η ίδια η πολιτική τους συγκρότηση αποτελεί γέννημα αυτών των καιρών. Η σχέση του αντιεξουσιαστικού κινήματος με τη λεγόμενη άγρια νεολαία έχει θεωρηθεί κομβική. Και ίσως σε τίποτα να μην οφείλει περισσότερο την εξάπλωσή του, παρά στη σύνδεσή του με αυτήν ακριβώς την ακατέργαστη μητροπολιτική δυναμική της σύγκρουσης. Στη σύνδεση αυτής με έναν πολιτικό βηματισμό για την ανατροπή και με όλο τον πλούτο των χαρακτηριστικών που τον συγκρότησαν, με τις εμπειρίες που αντλήθηκαν από τις παρακαταθήκες των διάφορων επαναστατικών παραδόσεων, τους ψυχικούς δεσμούς που δημιουργήθηκαν με τις μνήμες των προηγούμενων αγώνων, τις οσμώσεις που δοκιμάστηκαν και με τις άλλες μορφές των αντιστάσεων του παρόντος. Ένας βηματισμός όπου θα έπρεπε να εφευρεθούν τα πάντα και που η εύλογη ανεπάρκεια των δοσμένων απαντήσεων σε συνάρτηση με τη δυναμική της ίδιας της μεταμόρφωσης του καπιταλισμού, θα άφηνε ευρύ το πεδίο των αναζητήσεων και των πειραματισμών. Αν βέβαια τα μονολιθικά σχήματα του τύπου “οι καπιταλιστές ενάντια στους εργάτες” ή “το κράτος ενάντια στην κοινωνία” μπορούν ελάχιστα πειστικά να περιγράφουν τη σημερινή πολυπλοκότητα του κοινωνικού-ταξικού πολέμου, το ίδιο και χειρότερα ισχύει και για τις αυτιστικές παντιέρες του τύπου “εμείς οι αναρχικοί και το κράτος” ή πιο πρόσφατα το κάτι σαν “εμείς οι ξεχωριστοί αρνητές και το καφκικό σύμπαν της διάχυτης αλλοτρίωσης”.
Οι ψευδαισθήσεις της μητροπολιτικής εποχής του μοναχικού ατόμου, συχνά ενσωματώθηκαν χωρίς ιδιαίτερη κρίση από τις κατά καιρούς αναζητήσεις. Τέτοιου είδους συμπτώματα αντικοινωνικής δεικτικότητας, αυτοαναφορικού ελιτισμού ή μιας θεολογίας της εξέγερσης έξω από τους υλικούς της όρους, συναντιούνται πλατιά και σε βάθος χρόνου μέσα στους αναρχικούς και τους αντιεξουσιαστές. Δεν είναι μόνο τα τυφλωμένα συνθήματα του τύπου “όσα δεν φτάνει το όπλο του μπάτσου τα φτάνει η κοινωνία”. Είναι και οι ζωόμορφοι απαξιωτικοί παραλληλισμοί για να στιγματιστεί η απάθεια. Είναι και ότι κάποιοι άλλοι -όχι αναρχικοί αλλά επιδρώντας εντός τους- επέλεξαν κάποτε να βάλουν στο επίκεντρο της ανάλυσής τους τα “μικροαστικά σκουλήκια” καταφέρνοντας να επισκιάσουν πολλά άλλα ουσιώδη. Είναι και η εξαγνισμένη εικόνα του εξεγερμένου δίπλα στις επίσης αφηρημένες/ καθαρές/ μεταφυσικές εικόνες του υπηκόου, του καταναλωτή, του τηλεθεατή που δίνουν και παίρνουν. Υπάρχει σίγουρα κάποια δόση αλήθειας στο “η σιωπή είναι συνενοχή” και σε πολλά ακόμα, αλλά υπάρχει μόνο μέσα στις πραγματικές της αναλογίες και διαστάσεις, μέσα σε μια σφαιρικότερη και ακριβέστερη ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων και μια αντίστοιχη πρόταση αγώνα. Αλλιώς αυτά από μόνα τους φλερτάρουν με τη σύγχυση, κατά περίπτωση και με την παράκρουση.
Οι αντιφάσεις της μητρόπολης είναι εμφανείς ανάμεσα στους αναρχικούς και τους αντιεξουσιαστές και σε σχέση με τη βία. Γυρνώντας στο αρχικό ερώτημα περί επιπολαιότητας, αδιαφορίας και κυνισμού, δεν είναι μια και δυο οι φορές που με τη πρώτη υπόνοια χτυπήθηκαν υποτιθέμενοι φασίστες ή ασφαλίτες πριν αποδειχθεί τελικά λάθος, δεν είναι τυχαίο που ακόμα και έμπειροι σύντροφοι έχουν επανειλημμένα χάσει τον αυτοέλεγχο και έχουν εκτραπεί ωθούμενοι από το θυμικό τους, ούτε είναι άγνωστο η υιοθέτηση δυναμικών πρακτικών να επικαθορίζεται από τη θεαματική τους πρόσληψη και να καταλήγει αυτοσκοπός ή να συνδέεται με την ικανοποίηση προσωπικών αναγκών επιβεβαίωσης και έπαρσης. Είτε πρόκειται για μια κεκτημένη ταχύτητα εξοικείωσης με τη βία είτε για μια ανώριμη και ανάρμοστη χαλαρότητα, χρειάζεται σίγουρα επιμονή στο άρρηκτο των πρακτικών με τις πολιτικές τους στοχεύσεις. Και χρειάζεται ακόμα περισσότερο επιμονή στο αδιαπραγμάτευτο του αξιακού προτάγματος της αντιεξουσίας, όπως στην περίπτωση του συντρόφου που συνελήφθη για ένοπλη ληστεία τράπεζας και έγινε γνωστό ότι κατά τη διάρκειά της είχε απομακρύνει μια έγκυο που έτυχε να βρίσκεται στο υποκατάστημα, όπως στις εικόνες που κουκουλοφόροι συνεφέρουν και φυγαδεύουν έναν εξαντλημένο από τα δακρυγόνα ηλικιωμένο κατά τη διάρκεια συγκρούσεων σε πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο.
Μπορεί να ειπωθεί ότι από την ίδια του τη δόμηση, ο βηματισμός του αντιεξουσιαστικού κινήματος εμπεριέχει μια διαρκή διαπάλη ορατή πολλές φορές και πάνω στα ίδια τα πρόσωπα. Απο τη μία να μην αφήνεται στο άναρθρο, το σπασμωδικό, το αποξενωμένο, το απεγνωσμένο, να μην υποχωρεί στην ισοπέδωση του ανάγλυφου του κοινωνικού-ταξικού πολέμου και στη συσκότιση των γραμμών, των μετώπων, των προτεραιοτήτων, των στόχων του, να μην διεμβολίζεται από τη σύγχυση της εποχής, τις κυρίαρχες κουλτούρες και την αναπαραγωγή τους. Και από την άλλη να κρατάει τους διαύλους με τους καταπιεσμένους της μητρόπολης, να μην απομακρύνεται από το ενστικτώδες και το ορμητικό της σύγκρουσης, να μπορεί να αφομοιώνει νέες αγωνίες και εμπειρίες, να διεκδικεί την επίδραση και την εξάπλωση των ανατρεπτικών πολιτικών περιεχομένων και πρακτικών στα πιο ριζοσπαστικοποιημένα τμήματά τους.
Μια διαπάλη με τον ίδιο του τον εαυτό, τόσο οριακή όσο κάποιες φορές και οι διαπληκτισμοί των οργανωμένων περιφρουρήσεων με τις παρέες των ατάκτων στις αναρχικές πορείες, όπου το δίλημμα επικρέμεται πιεστικά, προσπάθεια συνεννόησης ή επιλογή διάρρηξης. Και στην πρώτη απάντηση δεν αρμόζει ούτε η απειλή της ισχύος ούτε η σχεδόν γραφειοκρατικοποιημένη επίκληση των διαδικασιών και των αποφάσεων καθαυτών, που δεν τροφοδοτεί παρά την αντίπερα πόλωση πίσω από μια απαξιωτική απόρριψή τους. Επιτρεπόντων των αντικειμενικών συνθηκών, αρμόζει η έκθεση της ίδιας της λογικής των αποφάσεων και αν προκύπτει ακόμα και ο επαναπροσδιορισμός τους. Ένας δρόμος επικοινωνίας ανάμεσα σε ανθρώπους που υποτίθεται ότι θέλουν να μοιράζονται κάτι κοινό και ο οποίος για να υπάρχει πρέπει να ανοίγεται καθημερινά. Η έσχατη ώρα της δεύτερης απάντησης είναι η ώρα όπου οι πολλές αναλύσεις για τα κοινωνικά φαινόμενα -σαν και την παρούσα- αρχίζουν να φαντάζουν σαν άλλοθι, η ώρα όπου νιώθει κανείς υποχρεωμένος πλέον να υπερασπίσει τον εαυτό του και τον πολιτικό του βηματισμό, η ώρα που αποφασίζει ότι έχει απέναντί του “τελειωμένους” και ότι σαν τέτοιους θα τους αντιμετωπίσει.
Οι αναρχικοί δεν είναι κάποιοι άλλοι, συχνά προέρχονται και οι ίδιοι από την άγρια νεολαία, ενσαρκώνουν και οι ίδιοι τις μητροπολιτικές φιγούρες. Αυτό δεν απαλλάσσει όμως από τίποτα, ίσα-ίσα όσοι θεωρούμε ότι αγωνιζόμαστε συνειδητά και συστηματικά για την ανατροπή και την ελευθερία, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι φέρουμε επιπλέον ευθύνη για οτιδήποτε μπορεί να μειώνει τους αξιακούς κώδικες, τα πολιτικά περιεχόμενα ή τις υλικές δυνατότητες αυτού του αγώνα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ανατρεπτικός λόγος οφείλει να είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια υποκουλτούρα ή αντικουλτούρα σημειολογικής κριτικής στο υπάρχον, ότι η απελευθερωτική βία οφείλει επίσης να είναι κάτι πολύ περισσότερο από τη μητροπολιτική βία.
Ας μην ξεχνάμε τέλος, ότι τα ερωτήματα ποτέ δεν τίθενται γενικά ή μόνο σε εκείνους που έχουμε κάθε φορά απέναντί μας, τίθενται και μέσα μας. Που τα καταφέραμε και που λείψαμε. Και ορισμένες φορές οι απαντήσεις δεν χωράνε σε ένα ναι ή σε ένα όχι, ορισμένες φορές ζητούν ακόμα και το ξεπέρασμα του εαυτού μας. Το αναγκαίο επόμενο βήμα μιας κριτικής στον φετιχισμό της βίας, θα περίμενε κανείς να είναι η κατάθεση επιλογών που να πραγματεύονται την απελευθερωτική βία καθαυτή, τα χαρακτηριστικά της, τις προοπτικές ανάπτυξής της. Το αναγκαίο επόμενο βήμα μιας πολεμικής στα αδιέξοδα αντικοινωνικά ανακλαστικά, θα περίμενε κανείς να είναι η εξέλιξη αναλύσεων και αντιπροτάσεων ικανών να αφουγκράζονται επαρκώς τις αγωνίες των καιρών και να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις τους. Το νου μας “μην πετάξουμε το μωρό μαζί με τα απόνερα”.
Από τις κόκκινες συνοικίες, 19.05.2010

Κυριακή 30 Μαΐου 2010

Οι δολοφόνοι "θρηνούν" τα θύματά τους


(για τον σημερινό τραγικό θάνατο 3 ανθρώπων)
Η μεγαλειώδης απεργιακή συγκέντρωση και πορεία σήμερα Τετάρτη 5 Μαϊου μετατράπηκε σε έναν κοινωνικό χείμαρο οργής. Τουλάχιστον 200 χιλιάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας στο δρόμο (εργαζόμενοι και άνεργοι, στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, ντόπιοι και μετανάστες) επιχειρούσαν επί ώρες σε διαδοχικά κύματα να περικυκλώσουν και να καταλάβουν τη Βουλή. Οι δυνάμεις καταστολής σε πλήρη διάταξη στο γνώριμο ρόλο τους, αυτόν της προάσπισης της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Οι συγκρούσεις πολύωρες και εκτεταμένες. Το πολιτικό σύστημα και οι θεσμοί του στο ναδίρ.
Αναμέσα σε όλα όμως, ένα περιστατικό τραγικό που καμιά λέξη δεν μπορεί να το περιγράψει: 3 άνθρωποι νεκροί από αναθυμιάσεις στο υποκατάστημα της Marfin Bank στην οδό Σταδίου που τυλίχθηκε στις φλόγες.
Το κράτος και σύσσωμος ο δημοσιογραφικός συρφετός, χωρίς καμία αιδώ απέναντι στους νεκρούς και τους οικείους τους, μιλούν από την πρώτη στιγμή για δολοφόνους-κουκουλοφόρους, επιχειρώντας να αξιοποίησουν το συμβάν για να κατευνάσουν το ρεύμα κοινωνικής οργής που ξέσπασε, για να αποκαταστήσουν το κουρελιασμένο τους κύρος, για να επιβάλλουν ξανά τον αστυνομικό στρατό κατοχής στους δρόμους, για να καταστείλλουν τις εστίες κοινωνικής αντίστασης και ανυπακοής στην κρατική τρομοκρατία και την καπιταλιστική βαρβαρότητα. Για το λόγο αυτό τις τελευταίες ώρες οι αστυνομικές δυνάμεις επελαύνουν στο κέντρο της Αθήνας, έχουν προχωρήσει σε εκατοντάδες προσαγωγές και έχουν εισβάλει με πυροβολισμούς και χειροβομβίδες κρότου λάμψης στην αναρχική κατάληψη “χώρος ενιαίας πολύμορφης δράσης” στην οδό Ζαϊμη και στο “στέκι μεταναστών” στην Τσαμαδού προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές (και οι δυο χώροι στα Εξάρχεια). Την ίδια στιγμή, η απειλή της βίαιης αστυνομικής εκκένωσης επικρέμμεται πάνω και από τους υπόλοιπους αυτοοργανωμένους χώρους (καταλήψεις και στέκια) μετά το πρωθυπουργικό διάγγελμα περί εισβολών για τη συλλήψη των “δολοφόνων”.
Οι κυβερνήτες, οι κρατικοί αξιωματούχοι, το πολιτικό προσωπικό, τα τηλεφερέφωνα και οι έμμισθοι κονδυλοφόροι επιχειρούν με τον τρόπο αυτό να καθάρουν το καθεστώς τους και να εγκληματοποιήσουν τους αναρχικούς και κάθε ακηδεμόνευτη φωνή αγώνα. Λες και υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα αυτοί που επιτέθηκαν στην τράπεζα να γνώριζαν πως μέσα υπήρχαν άνθρωποι και ωστόσο να την πυρπόλησαν (εφόσον ισχύει το επίσημο σενάριο). Μάλλον μπερδεύουν τους αγωνιζόμενους ανθρώπους με τους εαυτούς τους, που χωρίς κανένα ενδοιασμό παραδίδουν ολόκληρη την κοινωνία στην πιο βαθιά λεηλασία και υποδούλωση, που υποδεικνύουν στους πραιτοριανούς τους να χτυπάνε ανενδοίαστα και να πυροβολούν στο ψαχνό, που οδήγησαν 3 ανθρώπους στην αυτοκτονία την τελευταία εβδομάδα λόγω χρεών.
Η αλήθεια είναι ότι ο πραγματικός δολοφόνος, ο πραγματικός αυτουργός του σημερινού τραγικού θανάτου των 3 ανθρώπων είναι ο “κύριος” Βγενόπουλος, που με τους γνωστούς εργοδοτικούς εκβιασμούς (απειλή απόλυσης) ανάγκασε τους υπαλλήλους του σε ημέρα απεργίας να εργάζονται στα υποκαταστήματα της τράπεζάς του, ακόμα και σε αυτά, όπως της Σταδίου, απ’ όπου θα περνούσε η διαδήλωση. Εκβιασμοί που είναι γνώριμοι σε όλους όσοι βιώνουν καθημερινά την τρομοκρατία της μισθωτής σκλαβιάς. Να δούμε, σήμερα, τι δικαιολογίες θα βρει να ξεφουρνίσει στους οικείους των θυμάτων και σε ολόκληρη την κοινωνία (με το γνωστό σιχαμένο μελιστάλαχτο και σοβαροφανές ύφος του) αυτός ο μεγαλοκεφαλαιούχος, που ορισμένα καθεστωτικά κέντρα τον προωθούν για επόμενο πρωθυπουργό σε κυβέρνηση “εθνικής ενότητας” μετά την αναμενόμενη ολοκληρωτική κατάρρευση του πολιτικού συστήματος.
Αν μπορεί μια απεργία δίχως προηγούμενο να θεωρηθεί δολοφόνος…
Αν μπορεί μια διαδήλωση δίχως προηγούμενο, σε μια κοινωνική κρίση δίχως προηγούμενο, να θεωρηθεί δολοφόνος…
Αν μπορούν ανοιχτοί κοινωνικοί, ζωντανοί και δημόσιοι χώροι να θεωρηθούν δολοφόνοι…
Αν μπορεί το κράτος να απαγορεύει την κυκλοφορία και να επιτίθεται σε διαδηλωτές με το πρόσχημα να συλλάβει δολοφόνους…
Αν μπορεί ο Βγενόπουλος να κρατάει έγκλειστους εργαζόμενους μέσα σε μια τράπεζα, κατ’ εξοχήν κοινωνικό εχθρό και στόχο επίθεσης των διαδηλωτών…
…είναι γιατί η εξουσία, ο κατ’ εξακολούθηση δολοφόνος, θέλει να καταστείλει στη γέννησή της μια εξέγερση που αμφισβητεί τη λύση μιας ακόμα πιο βάναυσης επίθεσης στην κοινωνία, μιας ακόμα μεγαλύτερης κοινωνικής λεηλασίας από το κεφάλαιο, μιας ακόμα πιο διψασμένης αφαίμαξής μας.
…είναι γιατί το μέλλον της εξέγερσης δε χωρά πολιτικούς και αφεντικά, αστυνομία και ΜΜΕ.
…είναι γιατί πίσω από την πολυδιαφημισμένη “μοναδική” τους λύση, υπάρχει η λύση που δε μιλάει για ρυθμούς ανάπτυξης και ανεργία, αλλά για αλληλεγγύη, αυτοοργάνωση και ανθρώπινες σχέσεις.
Ας κοιταχτούν λοιπόν ανάμεσά τους τα φυράματα της εξουσίας και του κεφαλαίου, οι παρατρεχάμενοι και οι λακέδες τους για το ποιοι είναι οι δολοφόνοι της ζωής, της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας. Και σήμερα και πάντα.
ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ
ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ, ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ, ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ ΚΑΙ ΛΗΣΤΕΣ
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΕΣ
ΟΛΟΙ & ΟΛΕΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ
ΕΞΕΓΕΡΣΗ

από την ανοιχτή συνέλευση του απογεύματος 5/5/2010
στην κατάληψη Πατησίων 61 & Σκαραμαγκά

Τετάρτη 19 Μαΐου 2010

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ 5/5

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ 5/5


“... Κι ο θάνατος δε θα έχει πλέον καμία εξουσία...”


Στα γεγονότα της 5ης Μάη με την πυρπόληση του τραπεζικού καταστήματος της Marfin Bank υπήρξαν τρεις νεκροί τραπεζικοί υπάλληλοι και χιλιάδες “ απανθρακωμένες” αλήθειες.

Η αποπνικτική ατμόσφαιρα της σπαρακτικής υποκρισίας της προπαγάνδας και ο φθαρμένος ηθικοπλαστικός ανθρωπισμός των κασσάνδρων του ριζοσπαστικού κινήματος, μας αναγκάζουν να τοποθετηθούμε δημόσια για τα γεγονότα. Αυτό δε σημαίνει ότι μιλάμε από τη θέση των “ειδικών” της βίας, ούτε ότι έχουμε “αυτεπάγγελτα” διοριστεί κατήγοροι η δημόσιοι υπερασπιστές των ανθρώπων που επιτέθηκαν στο τραπεζικό κτίριο.

Όμως πιστεύουμε στην αναγκαιότητα να ειπωθούν μερικά πράγματα και να τοποθετηθούν σε μια σειρά. Για να συμβεί αυτό δεν είναι απαραίτητη η βιωματική παρουσία και η αντίληψη του τι έγινε εκείνη τη μέρα σε εκείνο το σημείο. Αυτό που χρειάζεται κατά τη γνώμη μας είναι μια σοβαρή και υπεύθυνη στάση με την αντίστοιχη κατάθεση της παρακαταθήκης παρόμοιων επαναστατικών πρακτικών ( όπως η πυρπόληση μιας τράπεζας) για την αντιμετώπιση και την (αυτο)κριτική ενός υπαρκτού ζητήματος ( τον θάνατο τριών υπαλλήλων που δεν αποτελούσαν στόχο της επαναστατικής βίας).

Ο επαναστατικός μηδενισμός που εκφράζουμε προϋποθέτει μια άρτια σκέψη και πράξη που κτίζεται μακριά από επιδείξεις ψευτοκυνικότητας “έλα μωρέ τραπεζικοί υπάλληλοι ήταν, καλά έκαναν και τους έκαψαν...”, αλλά και από υποκριτικές θρηνωδίες που αναζητούν ενόχους για να αποδώσουν το φταίξιμο, ρητορεύοντας από τη θέση του αλάνθαστου και ανθρωπιστή επαναστάτη.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή...

στις μητροπόλεις και στην παρωδία ζωής που βιώνουμε, ο θάνατος δεν είναι παρά άλλο ένα ειδησεογραφικό γεγονός, μια απόμακρη πληροφορία, ανάμεσα σε τόσες άλλες, ένα μονόστηλο σε μια εφημερίδα, άλλη μια στατιστική ...

Κάθε μέρα άνθρωποι πεθαίνουν σε νοσοκομεία από ασθένειες, σε αυτοκίνητα από τροχαία, σε εργατικά “ατυχήματα” στα εργασιακά κάτεργα, σε υπόγειες διαβάσεις από ναρκωτικά... Και θέλουν να μας μάθουν να είμαστε ανέκφραστοι απέναντι σε αυτούς τους δεκάδες ανώνυμους θανάτους.

Γιατί είναι απλοί αριθμοί “ τρεις νεκροί από τροχαίο, δυο θάνατοι από ναρκωτικά..” που δεν “ πουλάνε” στα media, δεν προβάλλονται με το δήθεν ανθρωπιστικό περιτύλιγμα, άρα δεν πείθουν.

Είναι θάνατοι που με λίγα λόγια δεν συμφέρουν το σύστημα. Όλοι οι τηλεδήμιοι, από τους πιο συντηρητικούς μέχρι τους πιο ανατρεπτικούς που σοκαρίστηκαν δήθεν με τους τρεις νεκρούς της Marfin δε θα άντεχαν ούτε λεπτό αν αντιμετώπιζαν έτσι όλους τους ανώνυμους θανάτους που προκαλεί το σύστημα το οποίο πιστά υπηρετούν. Η αλήθεια είναι πως πάνω στα γεγονότα της 5ης Μάη στήθηκε μια αισχρή τυμβωρυχία και ένα ισχυρό εμπόριο συναισθημάτων για τα συμφέροντα του συστήματος....


“Παράπλευρες απώλειες και συναισθηματική τυμβωρυχία”


Μπροστά στην επερχόμενη κοινωνική κρίση το θέαμα του θανάτου προκάλεσε το δικό του βραχυκύκλωμα. Οι πορείες “ μαζεύτηκαν”, ακολούθησαν τα γκάλοπ ενάντια στις διαδηλώσεις και τις απεργίες, κατατέθηκαν live τα λουλούδια του πρωθυπουργού, πραγματοποιήθηκε η εισβολή στην κατάληψη Ζαίμη και στο στέκι μεταναστών στα Εξάρχεια, ξεκίνησαν τα δημοσιεύματα για τους δολοφόνους- κουκουλοφόρους, καλέστηκε η φασιστοσύναξη έξω από την τράπεζα και η κατάσταση έφτασε μέχρι τη δημόσια αποκήρυξη “τέτοιων συμμοριών”, “ του ατομικιστικού- μηδενιστικού χαοτικού κομφουζίου” και “ των ηλίθιων δολοφόνων” από κάποιους γραφικούς καραγκιόζηδες αναρχικούς.

Όμως πέρα απ΄ την προπαγάνδα και τις τεχνικές της, το γεγονός παραμένει γεγονός. Τρεις τραπεζικοί υπάλληλοι, χωρίς να αποτελούν στόχο, πέθαναν κατά τη διάρκεια πυρπόλησης του καταστήματος στο οποίο εργάζονταν. Εδώ είναι η σειρά μας να μην πέσουμε στην παγίδα της στατιστικής αλλά ούτε και της συναισθηματικής νοθείας. Σίγουρα δεν θα μιλήσουμε στην γλώσσα της “κακιάς στιγμής” και της “παράπλευρης απώλειας”. Αυτή είναι η γλώσσα του εχθρού και θυμίζει την ρητορεία του αμερικάνικου στρατού και των στρατηγών του στον πόλεμο του Αφγανιστάν. Απ΄ την άλλη δεν θα υποκριθούμε τους τιμητές του θανάτου των τριών ανθρώπων, που όσο λυπηροί και αν ήταν για τους οικείους τους, άλλο τόσο θα ήταν μια αποστειρωμένη ειδησεογραφική πληροφορία για το σύστημα, αν δεν προέκυπτε στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο εξαιτίας μιας επαναστατικής πρακτικής.

Με λίγα λόγια δεν θα διεκδικήσουμε κάποιο συναισθηματικό χώρο στη σφαίρα του θεάματος, υποκρινόμενοι τους συγκλονισμένους εν μέσω ενός τηλε-υποκινούμενου ανθρωπιστικού παραληρήματος στο οποίο εγκλωβίστηκαν αρκετοί από το εσωτερικό του ριζοσπαστικού κινήματος. Όχι δεν το παίζουμε οι “σκληροί ταγμένοι αποκλειστικά στην υπόθεση”, αλλά πιστεύουμε πως αν αυτοί οι τρεις θάνατοι είχαν συμβεί ως “ατύχημα” σε ένα τροχαίο, λίγοι θα ήταν αυτοί που θα το είχαν μάθει έστω και ως είδηση. Άρα δεν είναι το λυπηρό γεγονός του θανάτου αυτό καθ΄ αυτό, που επέδρασε καταλυτικά στη στη διαμόρφωση ενός μουδιασμένου και αμήχανου κλίματος, αλλά η αιτία απ΄ την οποία προήλθε. Έτσι αποφεύγοντας την συναισθηματική τυμβωρυχία, πρέπει να σκύψουμε με περισυλλογή για να επεξεργαστούμε το πρόβλημα στην ρίζα του.

Είναι γεγονός πως αν κάποιος θέλει να αναζητήσει στυγνούς δολοφόνους, τότε θα πρέπει να ψάξει στις τάξεις του Βγενόπουλου και των ομοίων του. Η διοίκηση και οι εντολές του σε συνδυασμό με την αποδοχή τους από τους υπαλλήλους ήταν αυτές που τους οδήγησαν να δουλεύουν σε μια φαινομενικά κλειστή τράπεζα δίχως πυρασφάλεια με κλειδωμένες πόρτες. Τέτοια καθάρματα όπως ο Βγενόπουλος είναι οι ηθικοί αυτουργοί δεκάδων φυσικών και ψυχικών θανάτων εργαζόμενων, είτε στις δολοφονίες των εργατικών ατυχημάτων είτε στις καθημερινές ταπεινώσεις και συμβάσεις των όρων εργασιακής πειθαρχίας που επιβάλλουν. Κρατώντας αυτό ως δεδομένο, οφείλουμε να αντικρίσουμε τώρα τις δικές μας ατέλειες, τα κενά, τα λάθη, την απροσεξία ώστε να διαρρήξουμε την έξοδο κινδύνου από μια μονόπλευρη σκέψη, που θέλει να φταίνε για όλα μόνο τα αφεντικά και μπορεί να μας εφησυχάζει, αλλά δεν μας εξελίσσει...


Τι έφταιξε λοιπόν και καταλήξαμε στο θάνατο τριών τραπεζικών υπαλλήλων;

"Η Επαναστατική Πρακτική του “hit and run”"

Τώρα ας μιλήσουμε για επιλογές, στρατηγικές και συνήθειες. Καταρχάς εδώ και δεκαετίες στην Ελλάδα είναι γνωστή η πρακτική του hit and run κατά τη διάρκεια μεγάλων διαδηλώσεων. Μιλάμε για τη συγκρότηση μικρών μαχητικών ομάδων αντιεξουσιαστών που αποκόπτονται από το σώμα των διαδηλωτών και επιτίθενται καταδρομικά σε προεπιλεγμένα σημεία (τράπεζες, δημοσιογραφικά βαν, διμοιρίες ΜΑΤ) επιστρέφοντας στο όγκο της πορείας για να ξαναχτυπήσουν ή να εξαφανιστούν. Όσον αφορά τη πολιτική διάσταση της πρακτικής , πρέπει να τονίσουμε πως το hit and run δεν ανήκει αποκλειστικά σε κάποια συγκεκριμένη τάση των αναρχικών. Οι κοινωνιστές αναρχικοί ( κυρίως παλιότερα που αποτελούσαν μια πιο ισχυρή συνιστώσα) εφαρμόζουν το hit and run με τη λογική της εκτροπής των διαδηλώσεων και της διάχυσης της σύγκρουσης. Με αυτόν τον τρόπο θεωρούν πως λειτουργούν ως ο πυροκροτητής της κοινωνικής έκρηξης και συμβάλλουν στην όξυνση του κοινωνικού αγώνα.

Η ενδιάμεση εξεγερσιακή τάση, έχει κληρονομήσει την πρακτική του hit and run, την έχει εξελίξει κάπως οργανωτικά και αναφέρεται κυρίως στη βιωματική στιγμή της σύγκρουσης και των σχέσεων (αλληλεγγύη, αυτοοργάνωση, ξεπέρασμα ρόλων) που αναπτύσσονται έξω από τα προκαθορισμένα στερεότυπα της κυριαρχίας. Η κοινή συνισταμένη των δυο ρευμάτων βρίσκεται στην αναγνώριση των συντεχνιακών διαδηλώσεων ως στιγμών του κοινωνικού αγώνα που τόσο οι κοινωνιστές, όσο και οι εξεγερσιακοί προωθούν μέσα από την παρουσία και τη δράση τους σε αυτές.

Η νέα αναρχοατομικιστική – μηδενιστική τάση, ο τρίτος πόλος όπως τον έχουμε περιγράψει, διαμορφώνει μια νέα αντίληψη σε σχέση με τον κοινωνικό αγώνα και τις διαδηλώσεις. Στις δεκάδες χιλιάδες μάζας που συρρέουν στα πανεργατικά συλλαλητήρια δεν αναγνωρίζουμε αναγκαστικά ανθρώπους που μοιράζονται τον ίδιο αξιακό κώδικα με εμάς και μιλάνε τη γλώσσα της απελευθέρωσης. Οι κοινωνικές κινητοποιήσεις αποτελούν ένα συνονθύλευμα αντιφάσεων και συμπεριφορών που περιέχουν όλα τα εδάφη της ανθρώπινης σκέψης, από τον μικροαστικό συντηρητισμό, τον αριστερό πατριωτισμό, τον εναλλακτισμό, το ρεφορμισμό μέχρι και την αναρχική θεώρηση.

Οι διαδηλώσεις λειτουργούν ως το άθροισμα χιλιάδων διαχωρισμένων μεταξύ τους προσώπων με διαφορετικές διαδρομές, ακόμα και εχθρικές μεταξύ τους, που συνενώνονται είτε με αιτία είτε με αφορμή ένα συντεχνιακό αίτημα (όπως το ασφαλιστικό). Η συντριπτική πλειοψηφία της σύνθεσης τέτοιων διαδηλώσεων ζητάει την επιστροφή στην κανονικότητα της παλιάς καθημερινότητας (πριν ψηφιστούν νομοθετικές ρυθμίσεις που θίγουν τα προηγούμενα δικαιώματά τους) ή στην πιο αριστερή εκδοχή, την βελτίωση της κανονικότητας με πιο προοδευτικές και ανθρωπιστικές λύσεις εντός ορίων του καπιταλισμού, ή του κομμουνιστικού κρατισμού. Δεν είναι τυχαίο πως τα κεντρικά συνθήματα των διαδηλώσεων απαιτούν την εφαρμογή δίκαιων νόμων απέναντι στις αντισυνταγματικές ρυθμίσεις της εκάστοτε κυβέρνησης.

Συχνά ακόμα και η βίαιη παρεκτροπή μιας ολόκληρης διαδήλωσης αποτελεί το απάνθισμα των αντιφάσεων. Στον επιθετικό αποκλεισμό της βουλής στην πορεία της 5ης Μάη, άλλοι διαδηλωτές τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο, άλλοι πετούσαν πέτρες, άλλοι καλούσαν τα ΜΑΤ να ενωθούν μαζί τους, οι κουκουέδες εντόπιζαν προβοκάτορες, άλλοι έκραζαν αυτούς που έσπαγαν τράπεζες, άλλοι χειροκροτούσαν και οι αναρχικοί έστηναν οδοφράγματα. Ένα πάνθεον όλων των συμπεριφορών με χιλιάδες επαναλήψεις από τα χρόνια της μεταπολίτευσης και μετά.

"Επαναστατική Πρωτοπορία και Επαναστατικός Μιλιταρισμός"

Εμείς και η αντίληψη μας ούτε αποτελούμε κάποια πεφωτισμένη επαναστατική πρωτοπορία ούτε μια ελιτίστικη κλίκα. Ο καθένας από εμάς έχει γευτεί τις αντιφάσεις, έχει κυλιστεί μέσα τους, έχει συμμετάσχει σε αυτές μέχρι το σημείο όπου η ανάγκη για προσωπική και πνευματική εξέλιξη, ορισμένα διαφορετικά βιώματα, κάποιες συλλογικές κουβέντες και προβληματισμοί, μερικές ενδιαφέρουσες σελίδες σε βιβλία και εγχειρίδια, ο ατομικός στοχασμός και η επιθυμία για όξυνση της επαναστατικής δράσης, απαίτησαν μια εκ νέου συλλογική επανατοποθέτηση στη συμμετοχή στις κινητοποιήσεις. Για το χώρο σκέψης και πράξης που εκφράζουμε δε μας καλύπτουν πλέον απλώς το να συμβαίνουν μπάχαλα.

Πιστεύουμε στις οργανωμένες δομές κρούσης και στα ξεκάθαρα επαναστατικά σκεπτικά με μνήμη, παρόν και προοπτική. Δεν έχει καμία σχέση ο αναρχικός κουκουλοφόρος που τα “σπάει” γιατί αρνείται τα υπολείμματα που του προσφέρουν για ζωή, τον πολιτισμό του θεάματος, τα πρότυπα του φιλοτομαρισμού, τις αξίες του χρήματος και της συνειδησιακής αποχαύνωσης, με τον οργισμένο μισθωτό που μόνο όταν νιώσει το μούδιασμα στην τσέπη του θα σηκώσει για λίγο κεφάλι. Είναι ο ίδιος που όταν παλιότερα θεωρούσε τον εαυτό του βολεμένο ζούσε στην κανονικότητα του και δυσανασχετούσε με τους “ταραξίες”.

Υπάρχει ένα τεράστιο αξιακό χάσμα που καμία βία και καμιά στιγμή σύγκρουσης δεν το γεφυρώνει, αν δεν υπάρξει η απαραίτητη συνειδητοποίηση και αυτογνωσία. Σε αυτήν την κατεύθυνση επαναστατικής συνειδητοποίησης θεωρούμε ότι συμβάλλουν οι προκηρύξεις, τα κείμενα, τα βιβλία, οι μπροσούρες, τα συνθήματα στους τοίχους, οι αφίσες. Αυτή είναι η δική μας θεωρητική προπαγανδιστική επίθεση ενάντια σε ένα σύστημα που πρέπει να πεθάνει. Και οι πορείες; Και οι πορείες συμβάλλουν, αρκεί να τις αντικρίσουμε εντός μιας νέας οπτική. Κανείς δε γεννιέται αντάρτης ή επαναστάτης, είναι μια σταδιακή διαδικασία εξέλιξης για να ορίζεις τη ζωή σου χωρίς συμβιβασμούς.

Πορείες όπως αυτή της 5η Μάη είναι το απαραίτητο προστάδιο, ο κατάλληλος προθάλαμος για όσους θέλουν να έρθουν σε μια πρώτη επαφή με την επαναστατική βία. Μέσα από αυτές η ανάπτυξη του hit and run, σε αντίξοες συνθήκες με εκατοντάδες μπάτσους στην πόλη αποτελεί μια καθοριστική εμπειρία για όσους θέλουν να ακονίσουν τα θεωρητικά και πρακτικά εργαλεία τους σε συνθήκες μητροπολιτικής μάχης. Αυτά είναι τα κατάλληλα εφόδια για την πρακτική εξέλιξη άλλων μορφών δράσης του νέου αντάρτικου. Σκοπός μας είναι να οργανώσουμε τον επαναστατικό μιλιταρισμό. Μια αντιιεραρχική αντίληψη δίχως αξιώματα και ακολουθητές που προωθεί τη δημιουργία μικρών ευέλικτων μάχιμων ομάδων αντιεξουσιαστών που θα χαρτογραφούν την πόλη, τους στόχους, τις διαφυγές, θα οργανώνονται και θα εξοπλίζονται κατάλληλα, θα αναπτύσσουν σχέσεις με αντίστοιχες ομάδες συγγένειας, θα είναι ανοικτές (με την απαραίτητη προσοχή) σε νέους συντρόφους, θα καταστρώνουν σχέδια επίθεσης και θα χρησιμοποιούν (αλλά δε θα στρέφονται εχθρικά) τις συντεχνιακές πορείες ως δούρειο ίππο επαναστατικών εξορμήσεων. Άρα δεν τίθεται ζήτημα συμμετοχής ή μη στις πορείες αλλά εξέλιξης.

Αυτό που πιστεύουμε είναι πως μόνο μέσα από την οργανωμένη διάσταση της επαναστατικής βίας θα προωθηθεί η συνέπεια, η συνέχεια, και η σοβαρότητα που θα “απαγορεύει” στο μέλλον τέτοιες “αστοχίες” με τραγικά αποτελέσματα όπως της Marfin. Μόνο έτσι το νέο αντάρτικο θα διαχυθεί ως αντίληψη και πρακτική, προκαλώντας το χάος στην αποστειρωμένη καθημερινότητα της οργανωμένης πλήξης.

"Οι Ρουφιάνοι και οι Συνέπειες"

'Oλα αυτά γράφονται ως συνεισφορά σε ένα διαλεκτικό πεδίο σκέψης και δράσης ανάμεσα σε διαφορετικά πολιτικά ρεύματα και όχι για να δικαιολογήσουμε ή να καλύψουμε κάτι. Είναι γνωστό πως το χτύπημα στη Marfin δεν έφερε κάποια ιδεολογική σφραγίδα για το πολιτικό σκεπτικό και περιεχόμενο των ανθρώπων που έδρασαν εκεί. Βάση του στόχου (τραπεζικό υποκατάστημα) ο καθένας από οποιαδήποτε πολιτική τάση της αντιεξουσίας και όχι μόνο, θα μπορούσε να το πυρπολήσει. Αλλά βέβαια είναι αρκετά βολικό για τους καρχαρίες των αμφιθεάτρων να καταλογίζουν ενέργειες εκ του αποτελέσματος στο δικό μας πολιτικό ρεύμα.

Οι δηλώσεις νομιμοφροσύνης και τα ιεραποστολικά κείμενα ανθρωπισμού που κυκλοφόρησαν από ορισμένες αναρχικές συλλογικότητες δίπλα στην καταδικαστική σιγουριά για την προέλευση των “δραστών”, παρέθεσαν την απόλυτη πολιτική κενότητα επιχειρημάτων για το “μηδενιστικό κομμάτι” που “παρασιτεί εις βάρος του αναρχικού χώρου”. Η γραφικότητά τους δε μας ενοχλεί αλλά όταν ορισμένοι φτάνουν στο επικίνδυνο σημείο να φωτογραφίζουν ανθρώπους σε αμφιθέατρα και καφενεία ικανοποιώντας τα πρόθυμα αυτιά της αστυνομίας, τότε συγκεκριμένα άτομα θα αντιμετωπιστούν όπως τους αναλογεί, ως ΡΟΥΦΙΑΝΟΙ με τις αντίστοιχες συνέπειες.

"Στοχοποιημένη Δράση και Αυτιστικές Αστοχίες”

Ξαναγυρνώντας στο πως και το γιατί της υπόθεσης της Marfin ανεξάρτητα από το ποια αναρχική τάση νιώθει ο καθένας ότι εκφράζει ως άτομο ή συλλογικότητα, πρέπει να αναγνωρίσουμε πως και στα τρία πολιτικά ρεύματα ( κοινωνιστές, εξεγερσιακοί, αναρχοατομικιστές- μηδενιστές) υπάρχει ένα κοινό χαρακτηριστικό. Η σαφέστατη οριοθέτηση της στοχοποιημένης δράσεις (κρατικά κτίρια, δυνάμεις καταστολής, σύμβολα του πλούτου). Οι 3 υπάλληλοι που δούλευαν την μέρα της απεργίας σίγουρα δεν μπορούν να θεωρηθούν εχθροί, όπως ούτε και σύμμαχοι. Άρα σε καμία περίπτωση δεν μπορούσαν να αποτελούν στόχο επίθεσης.

Σε αυτά που γράφουμε στόχος μας δεν είναι να ωραιοποιήσουμε τις καταστάσεις, ούτε να τηρήσουμε τη λογική των ίσων αποστάσεων. Για αυτό στο περιθώριο της οριοθετημένης στοχοποίησης, δεν ξεχνάμε τις αυτιστικές επιθέσεις σε άκυρα σημεία (στάσεις λεωφορείων, καρτοτηλέφωνα, περίπτερα, ότι να ναι αυτοκίνητα) αλλά είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πως αυτό αποτελεί ένα ανίσχυρο δείγμα ανευθυνότητας που ποτέ δεν επιρρέασε ουσιαστικά τα πράγματα. Αντίθετα το κτίριο της Marfin στην Κοραή ως τραπεζικό μέγαρο αποτελούσε έναν όμορφο στόχο.

Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τι έγινε ακριβώς εκεί και τι ειπώθηκε, όμως γνωρίζουμε τις χρόνιες αδυναμίες που πιστεύουμε ότι συνεισφέρουν στο αποτέλεσμα. Αναφερόμαστε στο φετιχισμό της ανοργάνωτης βίας και την απονοηματοδότηση των μέσων επίθεσης.

“Τα Άδεια Όπλα Σκοτώνουν...”

Αυτό που έγινε στην Marfin, η ψυχρή αλήθεια λέει, πως ήταν θέμα τύχης ότι δεν έχει συμβεί εδώ και τόσα χρόνια. Κάθε επαναστάτης πρέπει να διαμορφώνει μια ιδιαίτερη σχέση κατανόησης και αντίληψης των μέσων δράσης που χρησιμοποιεί. Όλα τα μέσα δράσης από μια πέτρα μέχρι ένα υποπολυβόλο μπορούν με την ίδια ευκολία να γυρίσουν μπούμερανγκ ενάντια στον ίδιο μας το εαυτό. Για αυτό λένε πως “τα άδεια” όπλα σκοτώνουν πιο εύκολα απ' τα “γεμάτα”. “Άδεια” όπλα είναι και τα μέσα που ο κάτοχος τους δεν έχει συναίσθηση της χρήσης τους αλλά και της αποτελεσματικότητας τους.

Έτσι κάποιοι “ανακάλυψαν την αμερική” με τα γεγονότα της Marfin. Όμως εδώ και τόσα χρόνια το σκηνικό είναι παρόμοιο. Πόσες φορές στο παρελθόν είτε σε πορείες είτε σε “νυκτερινά”, σύντροφοι κάηκαν και τραυματίστηκαν αναμεταξύ τους από μολότοφ είτε γιατί τα μπουκάλια ήταν κακοφτιαγμένα, είτε γιατί κάποιοι βιάστηκαν να τα “χώσουν” πρώτοι. Πόσες φορές σπάστηκαν κεφάλια συντρόφων από πέτρες που πετούσαν άλλοι “ανυπόμονοι” από πίσω δίχως να βλέπουν καν το στόχο. Όπως επίσης, για όσους δεν διαθέτουν κοντή μνήμη, πόσες φορές αναρχικοί έχουν διαπληκτιστεί μεταξύ τους στην διάρκεια διαδηλώσεων εξαιτίας διαφορετικών νοοτροπιών και αντιλήψεων.

Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα. Και όλα υποδηλώνουν την ίδια αδυναμία. Το σχίσμα μεταξύ θεώρησης και πράξης, μεταξύ συνείδησης και δράσης. Η επαναστατική βία προβάλλεται ως φετιχισμός, συχνά αναπαράγοντας πρότυπα της κυριαρχίας, ματσό συμπεριφορές, κοκορέματα, επίδειξη αλαζονείας, ρόλοι και “ειδικεύσεις”. Αυτή η αντιφατική σχέση συμπεριφορών στο εσωτερικό του ριζοσπαστικού χώρου, λειτουργεί ως αξίωμα ισχύος στην κατάταξη των άτυπων ηγεμονιών.

Παράλληλα δίπλα σ' αυτές τις συμπεριφορές, βρίσκονται νέοι σύντροφοι που εισπράττουν τις διαχωρισμένες σχέσεις και με τη σειρά τους, αλλά και την ατομική τους ευθύνη, τις αναπαράγουν ως κακέκτυπο. Η βία, τα μέσα της, η χρήση τους, η κατασκευή τους, οι προφυλάξεις, ο πειραματισμός, οι τεχνικές, ποτέ μέχρι σήμερα δεν τέθηκαν πάνω στο τραπέζι συλλογικών διαδικασιών ώστε να αποσυρθεί ο φετιχισμός και να εισέλθει η γνώση και η ουσιαστική οικειοποίηση. Ήταν προνόμιο των πιο “μυημένων” που έτσι “προστάτευαν” τα αξιώματα τους. Η βία γίνεται πλέων αντιληπτή ως παιχνίδι αδρεναλίνης ενός άτυπου ανταγωνισμού για το ποιος τα χώνει περισσότερο.

Αντίθετα εμείς υποστηρίζουμε πως η συνείδηση είναι αυτή που μας ωθεί να αναπτύξουμε τις μαχητικές μας ικανότητες και γνώσεις ώστε να επιτεθούμε στον αντίπαλο.

“κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης, όλη η στρατιωτική προετοιμασία ήταν υποταγμένη στην πολιτική: “Όταν χειριζόμασταν ευαίσθητα χημικά, μας πρότειναν να σκεφτόμαστε πάντα την ιδεολογία, και έτσι θα είμαστε σε θέση να κάνουμε τα πάντα και να τα κάνουμε σωστά” (Αμπιμαέλ Γκουσμάν – επαναστατική οργάνωση Φωτεινό Μονοπάτι)

Δίπλα στο φετιχισμό της βίας, ανθίζει και η ημιμάθεια. Ορισμένοι σύντροφοι αγνοώντας την αποτελεσματικότητα των μέσων της βίας και την επικινδυνότητα τους προβαίνουν σε αλόγιστη χρήση, όπως για παράδειγμα οι γραφικές πολύωρες συγκρούσεις μέσα απ' τα πανεπιστημιακά άσυλα(καγκελάκι), αλλά και οι ανοργάνωτες επιθέσεις στα ΜΑΤ στα Εξάρχεια με δεκάδες μολότοφ που το μόνο που καταφέρνουν συνήθως είναι να “μαυρίζουν” την άσφαλτο, ενώ την ίδια στιγμή οι ίδιοι άνθρωποι αν συζητούσαν και οργανωνόντουσαν θα μπορούσαν να τους σπάσουν στο ξύλο και να πυρπολήσουν την κλούβα.

Κομμάτι αυτής της παράδοσης της λατρείας και ταυτόχρονα της άγνοιας της αξιοποίησης των μέσων είναι και η κριτική των αδρανών “ειδημόνων” της βίας. Ένας ιστός απαξιωτικών συμπεριφορών που κριτικάρουν απ' την ασφαλή θέση της μη συμμετοχής σε επαναστατικές πρακτικές, αλλά καλύπτονται με το άλλοθι της γνώσης μπαρουτοκαπνισμένων εμπειριών “τότε που τα πράγματα δεν γίνονταν έτσι αλλά ήταν καλύτερα”. Αποσυρμένες λογικές που εκθειάζουν παρελθοντικές ένοπλες και βίαιες εμπειρίες, ορίζοντας κάθε φορά την ορθή χρήση της βίας και το περιεχόμενο του αντάρτικου, ασθμαίνοντας να υποτιμήσουν οποιαδήποτε καινοτόμο σκέψη και πράξη. Σύνδρομα μιας δειλής και άτολμης σκέψης που θαυμάζει και θεαματικοποιεί ότι είναι απόμακρο στην ασφαλή σφαίρα της ιστορικότητας και επιδεικνύει μια χάρτινη αλαζονεία σε ότι προσπαθεί να συμβεί στο εδώ και τώρα.

Μέσα σε όλη αυτή τη συνειδησιακή σύγχυση οι άνθρωποι που πυρπόλησαν τη Marfin είτε δεν είδαν τα άτομα που βρίσκονταν μέσα, (απροσεξία που δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει, όπως για παράδειγμα στην οργανωμένη νυκτερινή επίθεση στην εθνική τράπεζα στη στοά της Πανεπιστημίου πριν τέσσερα χρόνια είχαν εγκλωβιστεί στην ταράτσα 2-3 άτομα) είτε, ακόμα χειρότερα, τα είδαν αλλά δεν πίστεψαν ότι υπάρχει η πιθανότητα να πεθάνουν από λίγες μολότοφ. Είμαστε πεπεισμένοι χωρίς να γνωρίζουμε τα πρόσωπα, πως αν τους έδινε κάποιος ένα πιστόλι δεν θα πυροβολούσαν εναντίον των υπαλλήλων. Άρα δεν ήθελαν να σκοτώσουν, και ας ακούστηκαν πιθανόν καφρίλες όπως “ας πεθάνουν, τραπεζικοί υπάλληλοι είναι”.

Αν κάτι οδήγησε στα γεγονότα της 5ης Μαΐου είναι το απόστημα μιας ενδοκυριαρχικής παράδοσης, που υποβόσκει δεκαετίες στο εσωτερικό του ριζοσπαστικού χώρου και τώρα πρώτα απ' όλα ο καθένας οφείλει να δώσει απαντήσεις στον εαυτό του κάνοντας την αυτοκριτική του. Τα περισσότερα που γράφτηκαν εδώ ανταποκρίνονταν στη δικιά μας βιωματική αντίληψη και στις δικές μας ελλείψεις χωρίς να αποτελούν σοφιστείες κάποιων απ' την “απ' έξω”.

Έτσι με αυτήν την αφορμή δίνεται το κατάλληλο έναυσμα να τροφοδοτήσουμε παραπάνω τη σκέψη και τη δράση μας προχωρώντας στη μελλοντική έκδοση ενός μανιφέστου των θέσεων και των αξιών μας πάνω στο ρεύμα του μηδενισμού, του άναρχο - ατομικισμού και του επαναστατικού τερορρισμού που εκφράζουμε.

Παράλληλα η πρόσφατη προκήρυξη της “ομάδας συντρόφων που συνέβαλε στη καταστροφική δραστηριότητα στο κέντρο της Αθήνας κατά τη διάρκεια των πορειών της 5ης Μάη” αποδεικνύει πως κάθε εμπειρία που θέλει να είναι επαναστατική θα πρέπει να θέτει ως πρωταρχικό σκοπό τη δημιουργία χρόνων και τόπων συζήτησης και απολογισμού. Οι σύντροφοι μέσα από το κείμενο τους, ανεξάρτητα από διαφωνίες και συμφωνίες, εργάστηκαν ακριβώς πάνω στη διαδικασία της επανεκκίνησης της ουσιαστικής επαναστατικής διαλεκτικής.

Γιατί το στοίχημα της επανάστασης δεν παίζεται ούτε με όρους στρατιωτικής υπεροπλίας ούτε με θρησκόληπτους αφορισμούς κενού πολιτικού περιεχομένου. Το νέο αντάρτικο πόλης είναι μια διαδικασία που “χτυπάει” πρώτα απ' όλα στο κέντρο των ανθρωπίνων σχέσεων. Από εκεί ξεκινάνε όλα...



ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΠΥΡΗΝΩΝ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

ΑΝΤΑΡΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΤΕΡΡΟΡΙΣΤΩΝ

ΦΡΑΞΙΑ ΜΗΔΕΝΙΣΤΩΝ