Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

κείμενο του Παναγιώτη Μασούρα

Με αφορμή τα γεγονότα της 5ης Μάη 2010

Χιλιάδες κόσμου κατεβαίνουν στους δρόμους διαδηλώνοντας ενάντια στα οικονομικά μέτρα, πριν θεσπιστούν απ’ την κυβέρνηση.  

Εκατοντάδες αναρχικοί δίνουν το δικό τους πολιτικό στίγμα. Επιδίδονται σε εμπρησμούς υπουργείων, τηλεοπτικών βαν, τραπεζών κ.α., ενίοτε με κομμάτια των υπόλοιπων διαδηλωτών, επιτίθενται στον αστικό στρατό του καθεστώτος. 

Κάπως έτσι, μέσα σ’ αυτήν την έκρυθμη και τεταμένη συνθήκη πραγματοποιείται ο εμπρησμός του υποκαταστήματος της MARFIN BANK στην οδό Σταδίου, το αποτέλεσμα 3 νεκροί άνθρωποι από ασφυξία.

Οι τίτλοι τέλους θα πέσουν και μια άλλη παράσταση θα αρχίσει. Ο δημοσιογραφικός κόσμος και οι μολυβοσπρώχτες των φυλλάδων σπεύδουν να τυμβωρυχίσουν πάνω στα κουφάρια των 3 νεκρών ανθρώπων κάνοντας λόγο για εκτέλεση εν ψυχρώ. Ενώ ταυτόχρονα όλος ο πολιτικός χώρος της κυριαρχίας μιλά για τους δολοφόνους με τις κουκούλες που «συνάντησαν τον εχθρό τους σε 3 εργαζόμενους ανθρώπους».  

Την τακτική των μέσων κατασκευής ήθους και φαινομενικών πραγματικοτήτων την γνωρίζαμε. Το ότι παρουσιάζουν ένα γεγονός προμελετημένο και παράγουν συγκεκριμένο κοινωνικό αίσθημα γνωρίζουμε επίσης πως είναι μέρος της τακτικής τους. Ξέρουμε πως τα τσιράκια των καναλιών κολακεύουν τους συστημικούς τους προϊσταμένους και καθόλου εντύπωση δεν μας κάνει.  

Το γεγονός από μόνο του είναι τραγικό. Οι δράστες πάλι, με την ενέργεια τους αυτήν, υπέπεσαν σε μια ακόμη τραγικότερη… απροσεξία; άγνοια; σιγουριά οικειοποίησης του μέσου; Κανείς δεν θα μπορούσε να μιλήσει με ακρίβεια, παρά μόνο οι ίδιοι. Πάντως θεωρείται δεδομένη η μη σκοπιμότητα της ενέργειας, στην περίπτωση που οι συγκεκριμένοι άνθρωποι είναι υπεύθυνοι αναρχικοί και όχι κάτι διαφορετικό. Αν ανατρέξουμε πάλι μερικοί στο μνημονικό μας, θα διαπιστώσουμε πως λόγο των παραπάνω τριών ενδεχομένων, κάποιες φορές τα χειρότερα δεν «ήρθαν» από θέμα «τύχης». Οπότε λοιπόν, στην παρούσα συνθήκη τα χειρότερα «ήρθαν» και μάλλον ήταν θέμα και απόντος τύχης. Όλες οι λέξεις ίσως φαντάζουν λίγες για να αποδώσουν με ακρίβεια και ρευστότητα, το πόσο αυτό το γεγονός έβαλε στον πάγο αισθήματα και ελπίδες εκατέρωθεν. Τα αδικαιολόγητα είναι κομμάτι δύσκολο να δικαιολογηθούν, και ούτε τέτοια πρόθεση υπάρχει. Τέτοια φαινόμενα παίρνουν σάρκα και οστά λόγω έλλειψης οργανωτικών δομών και εσφαλμένης νόησης της βίας και της χρήσης που αυτή στοχεύει σαν αποτέλεσμα της λειτουργίας της. Το αποτέλεσμα συνήθως της ανοργάνωτης κινητικότητας και του μη διαχειρήσιμου αυθορμητισμού, ερμηνεύεται με συλλήψεις, τραυματισμούς, αναποτελεσματικότητα.

Επιστρέφοντας λοιπόν αυτό που δεν γνωρίζαμε είναι το γεγονός ότι κάποια κομμάτια της αντιεξουσίας αφομοιώθηκαν πλήρως με την δικαστική σιγουριά των καναλιών, αναπαράγοντας μέσα στον ίδιο το χώρο, την κλωνοποιημένη ηθική των εισαγγελέων της mediακής πλέμπας μιλώντας έτσι την γλώσσα της συστημικής νομιμότητας.  

Από την άλλη, οι ίδιοι χωρίς να το καταλαβαίνουν μετατρέπονται σε άτυπες πληροφορίες της ασφάλειας, διαδίδοντας φήμες επί προσεγγιστικών σεναρίων ακολουθούμενες με κακουργήματα.  

Χρήσιμο θα ήταν λοιπόν να μην αποδίδουν ευθύνες καταριπάς και τα βέλη τους να μην στρέφονται ενάντια σε συγκεκριμένους ανθρώπους. Και να μην εξωτερικεύουν την ηττημένη τους ανασφάλεια εναντίων επαναστατικών τάσεων. 

Από την στιγμή που εικάζοντας φτάνουν στο σημείο να δικάζουν, καλό θα ήταν να τοποθετήσουν ένα πώμα στην στοματική τους κοιλότητα.  

Στον αντίποδα αυτής της λογικής, ακούστηκε μία άλλη. Αυτή των παράπλευρων απωλειών, των εχθρών τραπεζοϋπαλλήλων, της ευθύνης του Βγενόπουλου, των απεργοσπαστών που αν δεν δούλευαν δεν θα πέθαιναν. Η «λογική» του ξεπετάγματος, του αποπροσανατολισμού από την υγιή επαναστατική αναλυτικότητα και η ρηχότητα προσέγγισης πάνω σε αξιακά ζητήματα επαναστατικής βίας. Του «ότι έγινε έγινε, κοιτάμε μπροστά». Ναι κοιτάμε μπροστά, όπως πάντα άλλωστε, γι’ αυτό και μερικές φορές σκοντάφτουμε στα σκαλοπάτια που οι ίδιοι χτίσαμε. Ας το προσεγγίσουμε λοιπόν ουσιαστικά και χειρουργικά για να μην ξαναγίνει. Τέτοιες προσεγγίσεις και υπεραπλουστεύσεις μας αποπροσανατολίζουν από την κατεύθυνση της πάλης. Τελειώνοντας είναι αδόκιμο να ερμηνεύουμε το ανθρώπινο δυναμικό με μαθιματίστικους  όρους +1  -1.Η συγκεκριμένη λογική πατάει φρένο στην εξέλιξη της σκέψης μας και στην εμβάθυνση της αναλυτικότητας μας.

«Ποιοι είναι οι εχθροί μας; Ποιοι είναι οι φίλοι μας; Πρόκειται για ένα ζήτημα πρωταρχικής σημασίας για την επανάσταση.» 
Μαο Τσε Τουνγκ  

Ακούσαμε πολλά, διαβάσαμε άλλα τόσα. Επειδή αυτονόητα δεν υπάρχουν, ας ξεκαθαρίσουμε μερικά πράγματα: τα καρτοτηλέφωνα, οι γιαγιάδες με τα εγγονάκια τους στις παιδικές χαρές, οι τοξικομανείς… και οι εργαζόμενοι (εξαιρούνται αστυνομικές βαθμίδες ασφαλείας και οτιδήποτε παρεμφερή με το περιεχόμενο της αντίληψης και κίνησης του θεσμού) δεν αποτελούν στόχο της αντιεξουσίας.

Τέτοια γεγονότα, σαν αυτό της  MARFIN μαζί με το αποτέλεσμα (σε περίπτωση σκοπιμότητας), δεν έχουν τάση, ούτε θεωρητική προέλευση. Διαφορετικά η καταστροφή τραπεζών είναι διαχρονικό κομμάτι επιθετικής επιλογής της αντιεξουσίας.

Τώρα το σπάσε, κάψε, κλέψε, από μόνο του θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας πρώιμος υπό προϋποθέσεις ( συνείδηση, κριτική σκέψη, στόχευση) επαναστατικός εκπαιδευτισμός. 

Είναι πουστιά λοιπόν και αισχρός πολιτικαντισμός, να σέρνεσαι σαν πτώμα πιασμένος από τα φέρετρα των νεκρών για να κάνεις πολεμική σε επαναστατικές τάσεις.  

«Η διαφορά μεταξύ ευφυΐας και βλακείας είναι ότι η πρώτη έχει όριο». 
Α .Αϊνστάιν

Ακούσαμε για μηδενιστικά σκοτεινά μυαλά που όπλισαν τα χέρια των δραστών. Για αυτιστικά, αυτοαναφορικά τσογλάνια όπου θέτουν το ατομικό εγώ ενάντια στο συλλογικό εμείς. Για πεφωτισμένες πρωτοπορίες που βρήκαν γόνιμο έδαφος στα σπλάχνα του επαναστατικού χώρου και τους «επετράπη» να αναπτυχθούν ενώ έχρηζαν πυράς και πάταξης. Για ματσό κυριαρχομιλιταριστικές αντιλήψεις  και εν κατακλείδι, κατασκεύασαν μία αλήθεια: «όποιος δεν είναι με τους μηδενιστές, είναι εχθρός τους».

Η κριτική σε αυτόνομα στέκια και συλλογικότητες τύπου «Αντίπνοια – Αρχειοθήκη - Αντιεξουσιαστική Κίνηση» και σε λοιπές παρεμφερεί ηττημένες προπαγανδιστικές επιστολές είναι θεωρώ συγκεκριμένη.  

Ο ονοματισμός προφανώς δεν στοχεύει στην διαφήμισή τους, αλλά στην ανάδειξη σκεπτικών συγκεκριμένων συλλογικοτήτων που προσβάλουν με το δηλητήριό τους επαναστατικές πρακτικές ανεξαρτήτου τάσης.

Τέτοιες «θεωρήσεις» μολύνουν τις κινηματικές επαναστατικές και αντάρτικες προοπτικές.

«Για έναν επαναστάτη οι συνθήκες είναι πάντα ώριμες» 
Che Guevara

Οργανωτικός επαναστατικός μιλιταρισμός είναι η πλατφόρμα όπου τέμνεται η πρακτική με την ανάλυση, την προσέγγιση, την αυτοπειθαρχία, το αποτέλεσμα, είναι η συνθήκη που εξασφαλίζει την στρατιωτική ετοιμότητα και ισχύ. Επομένως εάν κάποιος Αγωνιστής τον συμπεριλαμβάνει σαν δομή στην πρακτική του εργαλειοθήκη, αυτό φαντάζει θεμιτό και αναγκαίο και καθόλου επιλήψιμο. Καθώς η προοπτική της διάχυσης αυτού και του αποτελέσματος που τα επαναστατικά υποκείμενα φέρουν αποτελεί στόχο των επαναστατικών διαδικασιών που τοποθετούν και αυτές τον εαυτό τους σε απόλυτη αρμονία με την κατεύθυνση και την επίτευξη του σκοπού. 

Η τάση του μηδενισμού, σαν ένα μίγμα αξιών κινητικότητας και διαρκώς εξελισσόμενων ουσιαστικών ρηξιακών αναζητήσεων, δεν ταιριάζει σ το ελιτίστικο εξάμβλωμα, όπως παρουσιάστηκε. Ο μηδενισμός δεν είναι αντίροπη δύναμη με τις υπόλοιπες θεωρίσεις και προσεγγίσεις, απλώς διαφορετική.  

Το να προσαρμόζεις τον πολιτικό σου λόγο, αλλά και την επιβαλλόμενη βάση μεταλλασσόμενων συνθηκών, διαρκή αναθεωρητική κριτική σκέψη απέναντι στην επίσης διαρκή εξέλιξη της συστιμικής νόρμας και διάφανης καπιταλιστικής κυριαρχίας, μόνο υγιές και θεμιτό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. 

Το ότι η κριτική ανάλυση των περισσοτέρων αγωνιστών, «κοντινών» ή «μακρινών» δεν αναλώνεται σε υπερφλύαρες ακαδημαϊκού και μόνο περιεχομένου αναζητήσεις, δεν καθιστά την οποιαδήποτε  τάση που εκπροσωπούν κυριαρχική.

Ίσως αυτοί που το νοούνται ως έτσι να έχουν ενσωματώσει όντως, μια άτυπη ιεραρχία στις δομές τους.  

Επαναστατική κριτική σημαίνει να τεμαχίζεις συνθήκες, σκεπτικά, καταστάσεις, να τα αξιολογείς, να εμβαθύνεις και εκ νέου να αναζητείς.

Προφανώς δεν γίνετε λόγος για ετυμολογία αλλά ξεκάθαρα για ουσία.  

Μία επαναστατική πρακτική, συρραμμένη μ’ έναν  αναλυτικό εμβαθυμένο πολιτικό προταγματικό λόγο, δεν θα μπορούσε να μην είναι πρωτοποριακή, απ’ την στιγμή που στρέφεται ενάντια στην εποχή της. Σε περίπτωση που δεν είναι, χάνει και το στοίχημα το οποίο αυτομάτως  θέτει. Αυτό της καίριας πολιτικής παρέμβασης.

Ας θεωρήσουμε γεγονός την ύπαρξη αγωνιστών/ αγωνιστριών, που μαχόμενοι να αλλάξουν τους όρους ζωής τους, τάσσονται αυτομάτως πολέμιοι σε κάθε τι που συντηρεί την συστημική αιχμαλωσία και διαιωνίζει την κοινωνική αδράνεια.

Η αναφορά που κάνει ο επαναστάτης στο λόγο τον οποίο πάνω έπραξε, είναι θεμέλιος λίθος στην ιδεολογική δομή του. Είναι η στιγμή που βάση πολιτικών κινήτρων, θέτει την κριτική του στην νέα τάξη πραγμάτων.

Ανιχνεύοντας λοιπόν διαρκώς τα νέα κυριαρχικά εργαλεία της εξουσίας, του καπιταλισμού και των αξιακών επικοινωνιακών δομών του κοινωνικού ιστού, καθίσταται εφικτό ένα μοντέλο διαρκούς αναζήτησης και ανάλυσης, παράγοντας μία σε διάρκεια ενσωμάτωση  λόγου και πράξης, θεώρησης και σκέψης, ως όπλο στις δομές του εχθρού.

Ο μόνος λοιπόν που θα έβαζε αρνητικό πρόσημο στην ουσία της πρωτοπορίας, του πρακτικού αλλά και θεωρητικού αποτελέσματός της , θα ήταν κάποιος που αδυνατεί να ανιχνεύσει την ουσία της.

Τα μπουκάλια, τα πιστόλια, τα γκαζάκια, οι βόμβες, οι πέτρες, δεν έχουν στόμα. Η αντίληψη: «οι πράξεις μιλάνε μόνες τους», δεν έχει τίποτα να πει και στην εξέλιξη μας να προσφέρει. Είναι η ίδια η λογική που διεισδύει στον ελιτισμό της θεαματικότητας και  στην φετιχοποίηση των μέσων.

Ίσως κάποιοι/ες είναι διστακτικοί, μην τυχών πρωτοπορήσουν και δημιουργήσουν κόμπλεξ θεωρητικής και πρακτικής στειρότητας στις επαναστατικές διαδικασίες.

Είναι κατάντια τέτοιες φτηνές προσεγγίσεις να προβάλλονται ως πολιτικές θεωρήσεις.

Το ατομικό εγώ λοιπόν, δεν στέκεται ενάντια στο συλλογικό εμείς. 

Το ατομικό εγώ στέκεται πολέμιο της διαδικαστικής νωθρότητας και της λογικής του 
εκπτωτικού πολιτικού σκεπτικού, που το μόνο που παράγουν τις περισσότερες φορές, είναι η στασιμότητα και η επανάληψη με αποτέλεσμα την μη θεωρητική και πρακτική εξέλιξη του επαναστάτη.  

Ο ατομικισμός είναι ένα απ’ τα σημεία συνάντησης των συλλογικών επιθυμιών με κατεύθυνση την σαρωτική επαναστατική πάλη.

Η ιδεολογική του τοποθέτηση επομένως, έχει ως σκοπό να συλλογικοποιήσει το περιεχόμενό του και αντίστροφα. Στοχεύοντας στην εξάλειψη της επανάληψης που θέτει το άτομο σε ένα ιδιότυπο καθεστώς πνευματικής και πρακτικής στασιμότητας.

Ο μηδενισμός και ο αναρχοατομικισμός είναι οι συνιστώσες όπου τέμνεται ο επαναστάτης με την θεωρητική/ αναλυτική νηφαλιότητα, με την καινοτόμο/ εξελικτική κινητικότητα και την ρεαλιστική/ απελευθερωτική διορατικότητα.

«Το να βασίζεσαι στους χωρικούς και να μην προετοιμάζεσαι, είναι το μέγιστο των εγκλημάτων. Το να προετοιμάζεσαι εγκαίρως για οποιοδήποτε ενδεχόμενο είναι η μέγιστη των αρετών.»
Χο Γιέν-Σι


Είναι αναγκαίο να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα με μια πρωτοβουλία επαναστατικής καλοζυγισμένης και μαχητικής πολιτικής.

Έτσι θα μπορέσουμε να φανερώσουμε την σπουδαιότητα μιας ανάλυσης, που θα μπορεί να καθορίσει την στρατηγική μας για τον αγώνα. 

Η επαναστατική κριτική είναι η οδός για να μπορέσουν οι αγωνιστές να γνωρίσουν τον εχθρό και τις δυνάμεις του, αλλά και τις δικές τους.

Η κριτική αυτή καταδεικνύει στους μαχητές τα αίτια των «αποτυχιών» τους προωθώντας το ξεπέρασμά τους.

Θα κάνουμε τον αγώνα μας ποιο άμεσο και ανάγλυφο, γνωρίζοντας και κατηγοριοποιώντας την φύση του εχθρού.

Οι νίκες μας δεν θα πρέπει να ερμηνεύονται μονόπλευρα και να μην υποτιμάμε τον εχθρό σε πνευματικό, ηθικό, στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο.

Δεν θα πρέπει να ακούμε τις φωνές που τείνουν να ουδετεροποιήσουν το ζήτημα της επανάστασης, που θέτουν το ζήτημα της συμμαχίας μεταξύ αγεφύρωτων πολιτικών και θεωρητικών στοχεύσεων. Ο μόνος δρόμος είναι η αμείλικτη, αδιάλλακτη και σθεναρή επαναστατική πάλη.

Η πλειοψηφία έχει μάθει να μιλάει τη γλώσσα των ρόλων: ο συνταξιούχος, ο δάσκαλος, ο φοιτητής, ο εργάτης, ο οικογενειάρχης και η λίστα δεν έχει τέλος.

Αλήθεια πόσο μπορούμε να υπολογίζουμε σε μία κοινωνική έκρηξη με την προοπτική της εξεγερτικής κατεύθυνσης;

Ας είμαστε ειλικρινής. Ένας συνειδητοποιημένος αγωνιστής που θέτει συγκεκριμένα κίνητρα, στόχους, αντιλήψεις, επιδιώξεις, προσεγγιστικές αναλύσεις και καταληκτικές στοχεύσεις, δεν θεωρώ πως μπορεί να ταυτιστεί με κάποιον που ενώ είναι σε απόγνωση καταλήγει σπασμωδικά στο μέσο της βίας, η οργή μονάχα που νιώθουν και οι δύο για την ζωή που ζουν, δεν είναι από μόνος του ένας ενωτικός παράγοντας. Το ότι τέτοια κομμάτια δεν μας είναι εχθρικά (ακόμη) αυτό δεν σημαίνει πως είμαστε αυτομάτως και σύμμαχοι.

Με μια αυστηρή κριτική. Μόνο έτσι θα δώσουμε την απαραίτητη βαρύνουσα σημασία σε βασικά συνειδησιακά ζητήματα.

Μήπως δεν είναι λίγο να γνωρίζουμε εκ των προτέρων πως εάν η πλειοψηφία του λαού «ικανοποιηθεί» οικονομικά, θα επιστρέψει στις συμβάσεις της, που εμείς αντιμαχόμαστε καθημερινά, ότι θα εισχωρήσει εκ νέου σε όλα αυτά που εμείς έμπρακτα έχουμε προσπαθήσει να αρνηθούμε. 

Η ολοκληρωτική σαρωτική απελευθέρωση δεν μπορεί να ταυτιστεί με την μετριότητα των οριοθετημένων συμβάσεων που παράγει ο καθεστωτικός μηχανισμός.

Δεν μπορεί να την ταυτίσει ούτε η πολύπλοκη ρητορεία, που πολλές φορές τυγχάνει επιπόλαια και δεν μπορεί γιατί περιπλέκει ξεκάθαρα αξιακά ζητήματα αντί να τα υπηρετεί.

Δεν μπορεί να ταυτιστεί διότι ίσως την κατάλληλη στιγμή θα χτυπήσει την επανάσταση πισώπλατα οδηγώντας την στην ήττα.

Από την άλλη ας μην γίνουμε  απαισιόδοξοι και μοιρολάτρες, κάτι τέτοιο θα μας παραπλανούσε ούτως ή άλλως.  Το οικονομικοπολιτικό καταστημένο είναι όμηρο των θέλγητρων της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης, της Ε.Κ.Τ. και του Δ.Ν.Τ και οι συνθήκες βαίνουν αβέβαιες. Οι πιθανότητες λοιπόν για μια κοινωνική έκρηξη, φαντασιακά είναι κοντινές.

Βιώνουμε το μοντέλο ενός καπιταλισμού που δεν δύναται να πάρει την δική του ανεξάρτητη πολιτική θέση, έχουμε έναν καπιταλισμό ενσωματωμένο στον παγκόσμιο, οπότε πρέπει οπωσδήποτε να τον καθορίσουμε με σαφήνεια. Ζούμε στην Ελλάδα του 2010, του νέου διάφανου ενσωματωμένου και μη ανεξάρτητου καπιταλισμού, ο οποίος στοχεύει στην ψευδαίσθηση της εξίσωση των τάξεων (δυνατότητες κοινωνικής και οικονομικής αναρρίχησης) και εν μέρει τα έχει καταφέρει. 

Προσδίδοντας στα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα την δυνατότητα να αναδειχθούν κοινωνικά, να αναρριχηθούν αξιοκρατικά και επιχειρηματικά. Κάποτε όλοι νόμιζαν ότι είχαν δικαίωμα και πρόσβαση στο άπιαστο όνειρο, με το αζημίωτο βέβαια. Μια σταθερή δουλειά με πολλά λεφτά, οικογένεια, σπίτι με πισίνα, εξοχικό και ένα ακριβό αυτοκίνητο. Και γιατί μια κοινωνική έκρηξη είναι φαντασιακά κοντά; Γιατί ο πολίτης πλέον δεν έχει ούτε αυτήν την ψευδαίσθηση για να πιστέψει. Ο καπιταλισμός όσα του υποσχέθηκε, όχι μόνο δεν τα έδωσε, αλλά τώρα θα πάρει πίσω τα ήδη υπάρχοντα, μετατρέποντας την εκλεπτυσμένη βία που ασκεί σε ωμή. 

Πρέπει κάθε φορά να αναγνωρίζουμε τις κοινωνικοπολιτικές ιδιαιτερότητες της κάθε συνθήκης για να ορίσουμε μια εύστοχη στρατηγική για τον αγώνα.

Σαν αγωνιστές αναζητούμε συνεχώς την επαναστατική κριτική και αυτοκριτική, έχουμε το θάρρος να αναθεωρούμε και να επαναξιολογούμε.

Θα πρέπει να ερμηνεύουμε την πραγματικότητα για να μπορέσουμε να την αντιστρέψουμε.

Η συνείδησή μας θα πρέπει να είναι η αρχή και το τέλος στον στοχασμό μας για τον αγώνα. Οι επαναστατικές δυνάμεις έχουν την τάση να εξελίσσονται και να παράγουν σκέψεις και θεωρήματα, σύμφωνα με το νέο μοντέλο ζωής που τις περιβάλλει.

Έχουν το θάρρος και την ψυχραιμία να αναγνωρίζουν τις παρούσες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και να καθιστούν την κριτική τους αιχμηρή.

Έχουν φτάσει στο σημείο να αναζητούν τη αρχή των λέξεων που είναι παράλληλα η ίδια η αναζήτηση για την αρχή των σκέψεων. 

Το καθήκον του επαναστάτη λοιπόν ποιό είναι; Πρέπει να αυτοεγκλωβιστεί στην άνευ προοπτικής διαδικαστική διεκδίκηση της πλειοψηφίας του όχλου ή πρέπει να πυροδοτήσει την κοινωνική πόλωση; Έχει σκοπό να δημιουργεί εξεγερτικές προοπτικές αναπτύσσοντας νέα θεωρήματα και αναλυτική σκέψη ή να στηρίξει τις ελπίδες του στον λαό ο οποίος με τη σειρά του τις παραδίδει στην εκάστοτε εξουσία; 

Δεν είναι απογοητευτικό να προσδοκάνε κάποιοι την αδυναμία του κεφαλαίου να ικανοποιήσει το λαό και να μην  προσδοκάνε την δυνατότητα του λαού να καταλύσει την κυριαρχία;  

Στην διαρκή αναζήτηση νέων τρόπων, μεθόδων και θεωρημάτων, συναντάμε την πραγματική αντανάκλαση του αγώνα. Του αγώνα για απελευθέρωση και της προοπτικής για αυτονομία.  

Είναι καθήκον μας να αντιστρέψουμε τις αξίες της ιδιοτέλειας και του βολέματος. Είναι κομμάτι του αγώνα μας ο πόλεμος στην αντίληψη: κοίτα μόνο την πάρτη σου και οι υπόλοιποι ας γκρεμιστούν. Διαλύοντας έτσι τις μήτρες των στερεοτύπων.

«Δεν είμαστε άτομα ταιριαστά για τέτοια αυτιά. Μήπως πρέπει πρώτα να τους σπάσουμε τ’ αυτιά, για να μάθουν ν’ ακούν με τα μάτια;  
F.Nietzsche  

Η εξέλιξη ας γίνει αντικείμενο αναζήτησης σε όλες τις διακλαδώσεις της, γιατί αυτόν τον πόλεμο ίσως θα πρέπει να τον δώσουμε πλάτη με πλάτη με τους συντρόφους μας, πρόσωπο με πρόσωπο με τον ίδιο μας τον εαυτό.

Αναζητούμε διαρκώς λοιπόν συντρόφους-συνεργούς και όχι χειροκροτητές και συμπαθούντες. 

Εμείς πρώτοι θα πρέπει να επιδιώκουμε την αντιστροφή και την υγιή μετάλλαξη των κοινωνικών στερεοτύπων και σχέσεων. Μέσα στην αδρεναλίνη και το ντελίριο της εξεγερτικής προοπτικής, ας προσέξουμε μην γίνουμε σκλάβοι του ίδιου μας του αγώνα.

Ο επαναστάτης δεν αναζητά τον συμβιβασμό, μα ούτε και την έκπτωση, δεν μας ικανοποιούν τα επιδερμικά συμπληρώματα ζωής που μας πετάνε σαν αποφάγια, αυτοί που διαχειρίζονται τον πλούτο.

Τα κάλπικα χαμόγελα, τα πισώπλατα μαχαιρώματα και οι πατερναλιστικές συμπεριφορές δεν ταιριάζουν στην ποιότητά μας. Ας αναγνωρίσουμε τον πραγματικό εχθρό και ας σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων σύντροφοι, όπως μας επιτάσσει η καρδιά μας, η τόλμη και η συνείδησή μας.

Δίνεται  δυνατότητα στον επαναστατικό χώρο, και πόσο μάλλον στους νέους συμπολεμιστές-συντρόφους που έρχονται, να μαζέψουν τα καλύτερα κομμάτια από αυτήν την δυναμιτισμένη κοινωνική συνθήκη, πετώντας οτιδήποτε βλαβερό.  

Το έδαφος ίσως προσφέρει μια ιδιαίτερη γονιμότητα προοπτικής στην εξέλιξη της επαναστατικής βίας και θεωρίας, μια εξελικτική πορεία η οποία δύναται να θέσει εκ νέου θεμέλια στον αγώνα του ανθρώπου απέναντι στην εξουσία.

Χτίζοντας το τείχος της απελευθέρωσης ας σταθούμε επί των επάλξεων. Διαχέοντας τον ανταρτοπόλεμο.

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΥΣ  ΚΑΤΑΖΗΤΟΥΜΕΝΟΥΣ ΠΟΥ ΔΙΩΚΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ Ε.Ο. « ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΠΥΡΗΝΩΝ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ»

ΑΜΕΣΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΣΤΟΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗ  ΑΝΑΡΧΙΚΟ Χ.ΧΑΤΖΗΜΙΧΕΛΑΚΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΚΗ  Κ.ΚΑΡΑΚΑΤΣΑΝΗ ΠΟΥ ΔΙΩΚΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΥΠΟΘΕΣΗ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΥΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ  Π.ΡΟΥΠΑ, Κ.ΓΟΥΡΝΑ, Ν.ΜΑΖΙΩΤΗ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥΣ  Χ.ΚΟΡΤΕΣΗ, Σ.ΝΙΚΗΤΟΠΟΥΛΟ, Ε.ΣΤΣΑΘΟΠΟΥΛΟ ΔΙΩΚΟΜΕΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ «ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ»  

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΝ ΣΙΜΟ ΣΕΙΣΙΔΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΡΗ ΣΕΙΡΗΝΙΔΗ 

ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΥΣ Γ. ΤΣΙΡΩΝΗ ΚΑΙ Μ. ΣΕΙΣΙΔΗ

ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΥΣ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΥΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΤΑΣΕΩΝ

ΔΙΑΧΥΤΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ

ΕΧΟΥΜΕ ΠΟΛΕΜΟ 

ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΛΑΜΠΡΟ ΦΟΥΝΤΑ
  
Μασούρας Παναγιώτης  
Φυλακή Ανηλίκων Αυλώνα
Ιούνιος 2010  

«Πάει κι έρχεται, πάει κι έρχεται με χίλια βήματα που δεν τον οδηγούν πουθενά. Σε κάποιον τσιμεντένιο κόσμο και στα παράθυρα, τα κάγκελα να ανθίζουν από απελπισία. Απάνθρωπο… στενό… Χωρίς κανένα αύριο. Μόνος του δίχως ήλιο. Για να του κλέβουν ακόμη και την σκιά του. Πάει κι έρχεται… και θα πηγαινοέρχεται, μέχρι την στιγμή που λαβωμένο αγρίμι, μπροστά στους δικαστές του, δεν θα σκύψει το κεφάλι.»
-Ζακ Μεσρίν-  
  


 

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΕΝΟΣ ΑΚΟΥΣΙΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ

H προσωπική μαρτυρία της  Αδαμαντίας Παπαπαναγιωτάκη για τον έγκλεισμό αυτής και του συζύγου της Κώστα Παπανικολάου στο ψυχιατρικό κολαστήρι:

Την Τετάρτη 16-6-2010, όλως παρανόμως, σπάζοντας τέσσερις κλειδαριές του διαμερίσματός μας στο Π. Φάληρο Αττικής και συγκεκριμένα στην οδό Πλούτωνος αρ. 3 για να μπούνε μέσα άντρες των ειδικών δυνάμεων μαζί με όργανα του τμήματος Π. Φαλήρου και Εισαγγελέα όπως μας είπε ο ίδιος, ( που μέχρι σήμερα 23-6-2010 δεν έχουμε μάθει το όνομά του, αν και το ζητήσαμε επανειλημμένως), μας πήραν βιαίως και τα τρία μέλη της οικογένειας τόσο τους γονείς όσο και το παιδί μας. Και ενώ μας είπαν ότι πρέπει να διευθετήσουμε ένα θέμα στο Α.Τ. Π. Φαλήρου μας κατέβασαν κάτω και μας έβαλαν σε νοσοκομειακό αυτοκίνητο και τους τρεις τσουβαλιαστούς και μας οδήγησαν, χωρίς πριν να μας ανακοινώσουν ο,τιδήποτε, στο Δημόσιο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο (Δαφνί) και συγκεκριμένα στα εξωτερικά ιατρεία.
Πριν φύγουμε από το διαμέρισμά μας προλάβαμε και ενημερώσαμε (για την παράνομη, απαράδεκτη και αχαρακτήριστη ενέργεια εναντίον μας), τηλεφωνικώς τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών, τον Εισαγγελέα άσκησης ποινικής διώξεως, το Δικηγορικό Σύλλογο και αυτό βέβαια μέσα σε διάστημα 5 λεπτών, αφού δεν μας επιτράπηκε περισσότερος χρόνος, ώστε να είναι εις γνώσιν τους ό,τι διαλαμβανόταν εκείνη τη στιγμή.
Στα εξωτερικά ιατρεία όπου μας πήγαν, αφού περιμέναμε λίγο μιλήσαμε με κάποιους γιατρούς (τα ονόματά τους δεν τα ξέρουμε ακόμα), οι οποίοι και μας ενημέρωσαν για πρώτη φορά ότι υπήρχε μια εισαγγελική παραγγελία βάσει μιας καταγγελίας που έχει γίνει εναντίον μας, χωρίς να μας ειπωθούν ονόματα ή οποιαδήποτε άλλα στοιχεία.
Μας είπαν μόνο ότι η καταγγελία ανέφερε ότι είχαμε βρίσει γείτονα και ότι είχανε γίνει κάποιες καταστροφές στην πολυκατοικία που κάποιοι έμμεσα μάς ενοχοποιούσαν γι’ αυτές.
Ας σημειωθεί ότι φεύγοντας από το διαμέρισμά μας συνοδεία των παραπάνω, αυτό αφέθηκε ανοιχτό με σπασμένες όλες τις κλειδαριές και πλήρως κατεστραμμένες έτσι ώστε να παραμένει στη διάθεση του οποιουδήποτε, από την ημέρα που μας πήραν βιαίως, με την επιβαρυντική δε περίπτωση ότι στο διαμέρισμα αυτό στεγάζεται και το γραφείο μας και υπάρχουν μέσα φάκελοι και δεδομένα που θα έπρεπε να προστατευθούν με βάσει το επαγγελματικό απόρρητο.
Επίσης, δεν μας εξήγησαν που πηγαίναμε, οπότε ούτε ρούχα πήραμε μαζί μας ούτε και χρήματα για να ανταπεξέλθουμε των καταστάσεων που επακολούθησαν. Στη φάση αυτή, λοιπόν, και όσο είμαστε στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου δεν μας αναφέρθηκε τίποτα για το παιδί μας μόνο μας ρώτησαν το όνομά του και την ηλικία του.
Αφού τους απαντήσαμε, «λογικοφανή επιχειρήματα», σε όλα τα ερωτήματά τους αναλυτικά και διεξοδικά και όπως ισχυρίστηκαν οι ίδιοι μετέπειτα σε έγγραφο που συνέταξαν πάνω σ’ αυτά που ειπώθηκαν στη γρήγορη σχετικά μεταξύ μας συνάντηση με και αφού μας ζητήθηκε να βγούμε έξω, μετά από λίγο μας ανακοινώθηκε ότι θα εισαχθούμε για παρατήρηση ολίγων ημερών σε άλλη ειδική αίθουσα του νοσοκομείου όπου και πήγαμε.
Ποτέ, μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν μας είπαν ότι υποχρεούμαστε να εξεταστούμε χωριστά μια και θα μπορούσαν να μας εισάγουν στο ίδιο τμήμα τόσο γιατί είμαστε οικογένεια όσο και επειδή ο σύζυγός μου Κων/νος Παπανικολάου έχει μειωμένη δυνατότητα οράσεως, αφού του έχει διαγνωστεί εδώ και κάποια διάστημα καταρράχτης στα μάτια και μάλιστα στο ένα κυρίως πρέπει να έχει ωριμάσει πολύ. Αυτό δεν του επιτρέπει να αυτοεξυπηρετηθεί και πρέπει να έχει κάθε στιγμή άνθρωπο δίπλα του για οποιαδήποτε ανάγκη μπορεί να προκύψει αλλιώς υφίσταται μέγας κίνδυνος σωματικής ακεραιότητος γι’ αυτόν, ακόμα και κίνδυνος ζωής.
Αντί γι’ αυτό μας οδήγησαν με νοσοκομειακό αυτοκίνητο σε ένα από τα κτίρια του νοσοκομείου αυτού και συγκεκριμένα στο 5ο τμήμα και βιαίως απέσπασαν από μας το σύζυγό μου Κων/νο Παπανικολάου τραβώντας τον, τον έβαλαν μέσα από μια πόρτα και αμέσως κλείδωσαν ενώ εμάς μας οδήγησαν στο δεύτερο όροφο του αυτού κτιρίου όπου στεγάζεται το 6ο τμήμα και αν και τους είπα ότι δεν πρόκειται να αποχωριστώ το παιδί μου αφού μάλιστα με διαβεβαίωσαν ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί, αντίθετα μας διαχώρισαν και πάλι βιαίως τραβώντας το παιδί απ’ τα χέρια μου και κατευθύνοντας το προς τα σκαλιά και παίρνοντάς το προς άγνωστη κατεύθυνση με έβαλαν μέσα από μια πόρτα την οποία και μετά επίσης κλείδωσαν όπου όπως έμαθα αργότερα στεγάζεται το 6οτμήμα. Το παιδί βέβαια σ’ όλο αυτό το διάστημα φώναζε και έκλαιγε τρομαγμένο ζητώντας με και μη θέλοντας να με αποχωριστεί με κανένα τρόπο. Μετά απ’ αυτό με έβαλαν στο συγκεκριμένο τμήμα και αφού έλεγξαν τα πράγματα που είχα μαζί μου, το ίδιο και στον σύζυγό μου στον κάτω όροφο, μας τοποθέτησαν εμένα στο θάλαμο 9 και εκείνον στον θάλαμο 7.
Από την πρώτη στιγμή ρωτούσα να μάθω πού βρίσκεται το παιδί, τελικά το έμαθα την Παρασκευή 18-6-2010 και συγκεκριμένα ότι βρίσκεται στο Νοσοκομείο Παίδων Αγ. Σοφίας από την γιατρό που εξέτασε κα Θάνου.
Σε ό,τι έχει σχέση με το παιδί, αρχικά όσες φορές έπαιρνα κι εγώ αλλά και πρόσωπα συγγενικά και φιλικά μου στο Αγ. Σοφίας μας έλεγαν ότι δεν υπάρχει τέτοια εισαγωγή, μετέπειτα μας μπέρδεψαν ότι ήταν στον 5ο όροφο και τελικά το Σάββατο 19/6 έμαθα ότι είναι στον 6ο όροφο αυτού του νοσοκομείου όπου τηλεφώνησα και μίλησα με την κα Γκίκα, γιατρό της κλινικής αυτής, η οποία και αφού της είπα ότι είμαι η μητέρα του, μου είπε ότι το παιδί είναι πολύ καλά, έχει γυναίκα δίπλα του, είναι υγιέστατο και το μόνο πρόβλημα είναι ότι ζητάει τους γονείς του. Εκείνοι του λένε ότι είναι σε μια δουλειά ο μπαμπάς και η μαμά και θα γυρίσουν να το πάρουν, μάλιστα με ρώτησε η γιατρός πότε θα μπορέσω να πάω.

Της εξήγησα ότι αυτό πρέπει να το αποφασίσει η γιατρός του τμήματός μου κα Μαραγκουδάκη και αν μπορούν να επικοινωνήσουν μαζί της κι αυτοί να της εκθέσουν τα δεδομένα.
Μου είπε ότι από ότι ήξερε εκείνη, το παιδί πήγε εκεί γιατί δεν είχα που να το αφήσω. Της εξήγησα ότι είναι ψευδές κάτι τέτοιο γιατί είχα πολύ καλούς και έμπιστους ανθρώπους δικούς μου να πάω το παιδί αλλά δυστυχώς δεν μας άφησαν ούτε χρόνο, ούτε δικαίωμα επιλογής για κάτι τέτοιο. Μετέπειτα καθημερινά έπαιρνα τηλέφωνο στο νοσοκομείο και επικοινωνούσα με τις νοσηλεύτριες ως προς το παιδί.
Όπως όμως έμαθα αργότερα κι όταν πια επιτράπηκαν οι επισκέψεις σ’ αυτό από δικούς μου ανθρώπους το παιδί από την λύπη του, αφού στερείται της φυσικής επικοινωνίας με τους γονείς του, δεν τρώει αλλά και ούτε ρούχα έχει να αλλάξει, τα δικά του κάπου έχουν χαθεί και άλλα που του δίνουν δεν του κάνουν. Υπάρχει άνθρωπος δίπλα του, αλλά αυτό βέβαια δεν μπορεί να αναπληρώσει τους γονείς.
Ο σύζυγός μου αφού εισήχθη στο 5ο τμήμα της ψυχιατρικής κλινικής αυτής μίλησε με το γιατρό τον υπεύθυνο του τμήματος αυτού και αφού τον ρώτησε –μετά από μια σύντομη συνέντευξη– αν μπορεί εκείνος πια να ζητήσει να λήξει η κράτηση, εκείνος του απάντησε ότι δυστυχώς θα πρέπει να τηρήσει την εντολή που είχε από τους γιατρούς που μας εξέτασαν στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου, ας σημειωθεί και πάλι για δέκα λεπτά το πολύ. Αρνήθηκε να δώσει αίμα ενώ του πήραν την πίεση και από κει και μετά άρχισαν οι επανειλημμένες ενέσεις, παρά την αρχική του αντίδραση, βιαίως, για να βρίσκεται σε πλήρη καταστολή τις περισσότερες ώρες και όσες ώρες δεν βρισκόταν, νόμιζε ότι βρίσκεται αλλού, δεν είχε επίγνωση του χώρου που βρισκόταν πραγματικά, δεν μπορούσε να μιλήσει κανονικά αφού η γλώσσα του είχε λίγο γυρίσει, τον αφήναν να κάθεται στο πάτωμα μη φροντίζοντας έστω να τον τοποθετήσουν σε μια καρέκλα, μάλιστα σε αυτή την κατάσταση τον βρήκε και δικηγόρος-φίλη που της επιτράπηκε τελικά να τον επισκεφτεί και γενικά ήταν σε άθλια κατάσταση. Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι πολύ φίλοι και συγγενείς που είπαν ότι μαθαίνοντας το τι συνέβη και ερχόμενοι να μας δουν τους έλεγαν ότι δεν μπορούν και τους έδιωχναν.
Εκτός από τα παραπάνω και ενώ οι γιατροί γνώριζαν από την πρώτη στιγμή ότι είχε καταρράκτη σε πολύ ώριμη φάση στο ένα μάτι και αρκετά στο άλλο και δεν είχε τη δυνατότητα να αυτοεξυπηρετηθεί ούτε στις βασικές ανάγκες του, κάτι που θα μπορούσε να διευκολυνθεί αν μας έβαζαν στο ίδιο τμήμα πατέρα και μητέρα μια και α) τα τμήματα είναι μεικτά ανδρών-γυναικών, β) χωρίς διαχωρισμό της σοβαρότητας της κατάστασης του φερομένου ως ασθενούς, γ) δεν είχαν την δυνατότητα παροχής νοσηλευτή ειδικά για εκείνον ή έστω να είναι σε επιφυλακή μήπως προκύψει οποιανδήποτε ανάγκη. Αντίθετα, ο όροφος εξυπηρετείται από 2 έως 3 νοσηλευτές ανά βάρδια οι οποίοι όμως υποχρεούνται να εξυπηρετούν γύρω στα 30 άτομα, κάτι το φυσικά αδύνατο και ειδικά για ένα άτομο με τα αναφερόμενα προβλήματα όρασης.
Το παραπάνω αίτημα το προβάλαμε επανειλημμένα από την αρχή του ακούσιου εγκλεισμού μας, αλλά δυστυχώς ποτέ δεν έγινε δεκτό. Από Παρασκευή 18-6-2010 μου επιτρέψανε να κατεβαίνω κάτω αλλά μόνο για τις ώρες του επισκεπτηρίου δηλαδή 10.30 πμ ως 12.30 μμ και 5.30 μμ έως 7.30 μμ για να τον βοηθάω αλλά και επειδή ήθελε ένα άτομο της εμπιστοσύνης του να ελέγχει όσο μπορεί σε ποιες διαδικασίες τον υποβάλλουν.
Κάποιες δε φορές που παραβίασα για λίγο το ωράριο και πάντα γιατί δεν προλάβαινα να ολοκληρώσω τη βοήθεια που του προσέφερα με εκβίαζαν ότι θα μου κοπεί και αυτό το δικαίωμα που με τόσο κόπο είχα κερδίσει. Έτσι ώρες που θα είχε ανάγκη ένας ασθενής όπως ο σύζυγός μου εξαιτίας των παραπάνω, όπως είναι για παράδειγμα οι βραδινές ώρες δυστυχώς δεν μπορούσα και δεν μου επιτρεπόταν να τον βοηθήσω. Εμένα αφού με πήγαν στο 6ο τμήμα, ερεύνησαν τα προσωπικά μου αντικείμενα, μου πήραν το κινητό τηλέφωνο, με τοποθέτησαν στο θάλαμο 9 και χωρίς άλλη πληροφόρηση μου είπαν ότι έπρεπε να περιμένω τους γιατρούς να μιλήσω μαζί τους. Την Τετάρτη το μεσημέρι μίλησα τελικά με την κα Μαραγκουδάκη υπεύθυνη του τμήματος για 10΄ περίπου αφού, όπως μου είπε, δεν είχε χρόνο.
Την επομένη μίλησα με την κα Θάνου ψυχίατρο και την κα Παππά παιδοψυχολόγο και όπως που είπε είχε διατελέσει και νηπιαγωγός. Τους εξέθεσα αναλυτικά τα θέματα με βάση την καταγγελία όπως μου την διάβασαν, σαθρή από άκρο εις άκρο, χωρίς ουσία και τόσο επουσιώδης που δεν μπορούσε επ’ ουδενί να στηρίξει τον εδώ εγκλεισμό και κράτησή μας (συγκεκριμένα έλεγε ότι βρίσαμε γείτονα, ότι γράψαμε ένα σύνθημα στον τοίχο του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας μας, καθ’ όλα όμως αιτιολογημένο και όχι υβριστικό και που αφορούσε την ιδιοκτήτρια του τρίτου ορόφου «υπάλληλο Πολεοδομίας» Δ. Μ.. Τους εξέθεσα και τα γενικότερα αίτια που δημιούργησαν αυτήν την καθόλα ψευδή και συκοφαντική καταγγελία την οποία οικειοποιήθηκε ο συγκεκριμένος εισαγγελέας που έβγαλε αυτή την συκοφαντική παραγγελία εναντίον μας.
Όλα αυτά όπως σιγά-σιγά ήδη αποδεικνύεται γίνονται (και μετά απ’ αυτό που συνέβη έχουμε ενδείξεις, σοβαρές) επειδή έχει μηνυθεί και καταδικαστεί από μας όργανο του Α.Τ. Παλαιού Φαλήρου για παράνομη κατακράτηση (γράφτηκε και άρθρο στο τότε φύλλο της Ελευθεροτυπίας), αλλά και ενόψει εκδίκασης αστικών αγωγών κατά αστυνομιών οργάνων τόσο του οικείου τμήματος του Παλ. Φαλήρου όσο και οργάνων της ΓΑΔΑ, Εισαγγελέων, Κοινωνικών λειτουργών και ιδιωτών όπου ζητιούνται, αποζημιώσεις για παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων, προσωπικών δεδομένων κλπ.
Αδαμαντία Παπαπαναγιωτάκη

Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

Επιχείρηση της Γαλλικής αστυνομίας κατά της ιλλεγκαλιστικής αναρχικής συμμορίας "Μπονό" τον Απρίλη του 1912

 Βίντεο Ντοκουμέντο : Επιχείρηση της Γαλλικής αστυνομίας κατά της ιλλεγκαλιστικής αναρχικής συμμορίας "Μπονό" το 1912. Η επιχείρηση θεωρήθηκε επιτυχημένη από το γαλλικό κράτος καθώς στην ουσία τερμάτισε τη δράση της πιο δυναμικής και καινοτόμας αναρχο-ατομικιστικής συμμορίας της Ευρώπης.
Στις 28 Απριλίου η γαλλική χωροφυλακή εντοπίζει τον Μπονό κρυμμένο σε ένα σπίτι. Ακολουθεί επιχείρηση στην οποία συμμετέχουν γύρω στους 500 μπάτσους και στρατιώτες εξοπλισμένους με οτιδήποτε διέθετε τότε η αστυνομία της χώρας. Μετά από έντονη ένοπλη αντιπαράθεση μεταξύ Μπονό και κρατικών γουρουνιών,  οι μπάτσοι τοποθετούν εκρηκτικά στη βάση του σπιτιού. Απο την έκρηξη γκρεμίζεται σημαντικό μέρος του σπιτιού ενώ ο Μπονό εξακολουθεί να απαντάει με πυρά. Τέλος πυροβολείται στο κεφάλι δίχως όμως να πεθάνει και συλλαμβάνεται, ενώ το βράδυ της ίδιας μέρας  αφήνει και την τελευταία του πνοή βαριά τραυματισμένος.
Η επιχείρηση κατά της συμμορίας ξεκίνησε απο το γαλλικό κράτος στις 30 Μαρτίου και έληξε άδοξα στις 14 Μαΐου με τους περικυκλωμένους από 1000+ μπάτσους και στρατιώτες,  Γκαρνιέρ και Βαλέτ , με τον πρώτο να σκοτώνεται μετά από έκρηξη που προκάλεσαν οι μπάτσοι και τον δεύτερο να συλλαμβάνεται βαριά τραυματισμένος. Η δίκη της συμμορίας έγινε τον Φεβρουάριο του 1913 με τα μέλη της είτε να εκτελούνται είτε να μπαίνουν ισόβια φυλακή..

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΦΥΛΑΚΗ - ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΞΑΡΤΗΣΗ

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΦΥΛΑΚΗ - ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΞΑΡΤΗΣΗ
Τους τελευταίους μήνες, επαναλαμβάνεται μια απίστευτη αναλγυσία από την μεριά των δικαστικών αρχών και του κράτους κατά των απεξαρτημένων ανθρώπων με τελεσίδικες καταδίκες χωρίς αναστολή, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν άνθρωποι που έχουν ολοκληρώσει στεγνά προγράμματα απεξάρτησης. Άνθρωποι που παλεύουν για τη ζωή και απέναντί τους ένας κρατικός μηχανισμός καταστολής στέκεται εμπόδιο στην ίδια τη ζωή.
Στις 3 Μαϊου, το Εφετείο της Λάρισσας, καταδικάζει τον Αχιλλέα Δεσποτάκη με την εξοντωτική ποινή των 4  χρόνων φυλάκισης χωρίς αναστολή. Η απαράδεκτη απόφαση αφορούσε την αγορά και κατοχή μικροποσότητας ουσιών για ιδία χρήση, την περίοδο που ο Αχιλλέας Δεσποτάκης ήταν εξαρτημένος.
Στις 21 Ιουνίου, ο Κωνσταντίνος Ριζόπουλος καταδικάζεται επίσης σε 4 χρόνια φυλάκισης χωρίς αναστολή για την ''ληστεία'' , άκουσον άκουσον μίας ζάντας αυτοκινήτου από βουλκανιζατέρ, που διέπραξε όταν ήταν εξαρτημένος σε ηλικία 18 ετών. Αυτή η απόφαση του Εφετείου βρίσκει τον Κωνσταντίνο Ριζόπουλο σε ηλικία 31 ετών!!!

ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΕΧΟΥΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΕΙ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ''18 ΑΝΩ'!!!

-Σαν άνθρωποι που δίνουμε κάθε μέρα τη μάχη με τα ναρκωτικά
-Σαν άνθρωποι που έχουμε ξανακερδίσει την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό μας!
-Σαν άνθρωποι που παλεύουμε συλλογικά ενάντια σε ότι καταστέλει την αξία της ζωής..

Εμείς τα μέλη της Κοινωνικής Επανένταξης του ''18 ΑΝΩ'' υπενθυμίζουμε σε αυτούς που θέλουν το μυαλό και την ψυχή μας φυλακισμένα

                                      ΟΤΙ ΣΤΕΚΟΜΑΣΤΕ ΕΝΑΝΤΙΑ

-Στεκόμαστε ενάντια σε νόμους που μας θέλουν στις εξαρτήσεις
-Στεκόμαστε ενάντια σε ότι θέλει να μας ξαναγυρίσει στην απομόνωση της φυλακής
-Στεκόμαστε ενάντια σε ότι θέλει να μας οδηγήσει στο θάνατο
-Στεκόμαστε ενάντια σε ότι και σε όποιους θέλουν να καταστρέψουν την προσπάθειά μας
-Στεκόμαστε ενάντια στις φυλακίσεις απεξαρτημένων ανθρώπων και δεν διαπραγματευόμαστε την αξία της ελευθερίας, που κατακτήσαμε με πολύ αγώνα μέσα από το πρόγραμμα του ''18 ΑΝΩ'', γιατί η απαλλαγή από κάθε είδους εξαρτήσεις για μας πλέον είναι στάση ζωής.

Απαιτούμε την αναστολή αυτών των απάνθρωπων αποφάσεων και την απαλλαγή του Αχιλλέα Δεσποτάκη και του Κωνσταντίνου Ριζόπουλου από κάθε κατηγορία. 

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (Λεωφ. Μεσογείων 96) ΔΕΥΤΕΡΑ 28 ΙΟΥΝΙΟΥ 2010 στις 11:00 π.μ.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΟΜΑΔΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΕΝΤΑΞΗΣ <<18 ΑΝΩ>>

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010

Η ελληνική φιέστα – Miguel Amorós

La fiesta griega


Η χρεωκοπία του ελληνικού κράτους, καθώς επιταχύνει την παγκόσμια οικονομική κρίση, οφείλει να ξυπνά κάθε συμπάθεια όσων επιθυμούν το τέλος του καπιταλισμού. Η σημασία αυτού του γεγονότος έχει ένα σαφές αντίκτυπο σε άλλα προφανώς υπό χρεωκοπία κράτη όπως η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Ισπανία, αλλά πάνω απ’ όλα, ανοίγει την τροχιά μιας κρίσης που δεν έχει σταματήσης να βαθαίνει. Η ελληνική εξέγερση μετά το ξέσπασμα του Δεκέμβρη που σαν καλός οιωνός φωτίζει τα βήματά της, συνεχίζεται παρά τις προσπάθειες εξουδετέρωσης και κρατικής αναδιοργάνωσης που δε στάθηκαν ικανές να την εμποδίσουν, προσπάθειες που σκοπός τους είναι η εκ των ουκ άνευ συνθήκη της ανασύστασης του Κράτους και η εξυγείανση των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών αγορών (κι αν το προχωρήσουμε, η ομαλή λειτουργία των μηχανισμών που τις ορίζουν). Η εφαρμογή ενός αυστηρού οικονομικού πλάνου, σχεδιασμένου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, δυο απ’ τους υψηλότερους καπιταλιστικούς οργανισμούς, δε συσχετίζεται παρά με την εξουδετέρωση της ελληνικής κοινωνίας, ούτως ώστε τα χρέη του Κράτους, που βρίσκονται στα χέρια των μεγαλύτερων Ευρωπαϊκών (στμ. και ελληνικών βεβαια!) τραπεζών, να μετακυληθούν στους εργαζομένους, τους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους της Ελλάδας. Όμως, επίσης, ο μεγαλύτερος κίνδυνος που πρόβαλε η εξέγερση, έχει να κάνει με το δυσκόλεμα να ξαναστηθεί όρθιο το οικονομικό σύστημα σε έναν συγκεκριμένο τόπο της καπιταλιστικής γεωγραφίας, όχι δίχως σημασία, και κυρίως με το “κακό” παράδειγμα που έδωσε στους πληθυσμούς που απειλούνται από παρόμοια μέτρα, και την μεταδοτική ικανότητα που επέιξε αυτό στο να εξαπλώνεται, σαν ντόμινο. Πόσο μάλλον όταν η επόμενη ψηφίδα που απειλείται να πέσει είναι το ισπανικό Κράτος. Κι εδώ έγκειται ο θρίαμβος της περιορισμένης χωρικά ελληνικής εξέγερσης, στην δυνατότητα διεθνοποίησής της. Τα ελληνικά δαιμόνια ήρθαν αντιμέτωπα με την “λύση” τους, στο μεταξύ όμως έπαψαν να είναι μόνο ελληνικά.
Προκειμένου να αποφύγουμε μιμητισμούς χωρίς συγκρότηση, πρέπει να έχουμε μια ιδέα της ελληνικής πραγματικότητας και της χώρας. Το πρώτο πράγμα που τραβά την προσοχή σ’ αυτήν τη χώρα των 11,2 εκ. ανθρώπων, είναι ότι τα 5 απ’ αυτά ζουν στην μητροπολιτική ζώνη της Αθήνας, και πάνω από 1 στη Σαλονίκη. Η Πάτρα, το τρίτο αστικό κέντρο της χώρας, δεν έχει παραπάνω από 250.000 κατοίκους, κι έτσι η κατάσταση μπορεί κατά κάποιον τρόπο να απλοποιηθει μέσω της τεράστιας τοπογραφικής ανισορροπίας: ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα, συμβαίνει πρωταρχικά στην Αθήνα και τη Σαλονίκη. Το υπόλοιπο είναι επαρχία ή τουριστικός προορισμός. Πράγματι, οι δυο μητροπόλεις, συγκεντρώνουν ολόκληρη τη βιομηχανία, και την πλειονότητα του εμπορίου, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων κι άλλων υπαλλήλων. Επίσης, σ’ αυτές εξελίσσονται οι διάφορες πολιτικές εξελίξεις και βρίσκεται η καρδιά των κοινωνικών αγώνων. Ας μην προκαλεί τόση έκπληξη λοιπόν, η παθητικότητα της κυβέρνησης μπρος τις πυρκαγιές του καλοκαιριού του 2007 που αναστάτωσαν το ένα τρίτο της χώρας, και η ενασχόλησή της μόνο όταν οι καπνοί έφτασαν την πρωτεύουσα. Τα πράγματα βέβαια δεν ήταν πάντοτε έτσι, καθώς μέχρι το 1970 η αγροτική παραγωγή ξεπερνούσε τη βιομηχανική. Δεν υπήρχε τόση ανισορροπία στην περιφέρεια, όμως μέσα στα επόμενα 25 χρόνια, ο αγροτικός πληθυσμός ωθήθηκε στις πόλεις, όχι γενικά αλλά στις δυο προαναφερθείες, που κατακλύστηκαν από αυτό το κύμα ανειδίκευτης εργασίας. Ακόμα και μετά απ’ αυτό όμως, ο πληθυσμός της υπαίθρου παραμένει τρεις φορές υψηλότερος από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Αυτή η ιδιαίτερη διαδικασία πληθυσμιακής συγκέντρωσης έγινε υπό την άμεση διεύθυνση του Κράτους, και σηματοδοτεί το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό της Ελλάδας, έναν τεράστιο δημόσιο τομέα. Το ένα τρίτο της μάζας των μισθωτών αποτελούν οι δημόσιοι υπάλληλοι, ενώ το Κράτος ελέγχει επίσης μεγάλο μέρος της βιομηχανίας και των τραπεζών. Καθ’ αυτόν τον τρόπο, τα δυο κόμματα που αλληλοδιαδέχονται την εξουσία, το σοσιαλδημοκρατικό ΠΑΣΟΚ και η συντηρητική ΝΔ, δεν είναι απλά κοινοβουλευτικά κόμματα, αλλά πραγματικοί μηχανισμοί διαχείρισης, με ιδιαίτερη ιεραρχία, και μια πατριαρχική αντίληψη της πολιτικής και της δημόσιας περιουσίας. Τα ίδια κομματικά πόστα περνιούνται από πατέρα σε γιο. Οι απαιτήσεις της ΕΕ, στην οποία η Ελλάδα ανήκει από το 1981, αξίωναν μεταξύ 1990 και 1998, την απόλυση ενός μέρους των εργαζομένων, στα πλαίσια ιδιωτικοποιήσεων και χρηματοπιστωτικής απελευθέρωσης. Ακριβώς τότε προέκυψαν οι πρώτες σημαντικές συγκρούσεις, ενάντια στην ιδιωτικοποίηση στην εκπαίδευση.Τα διάφορα ευρωπαϊκά κονδύλια, δεν έφταναν για τον εκσυγχρονισμό της χώρας, πόσο μάλλον μετά τη διασπάθισή τους από την πλουτοκρατία, πράγμα που οδήγησε σε μια εκμηδένιση των δημόσιων υπηρεσιών και σε χαμηλότερους μισθούς. Μια αίσθηση δυσφορίας ήταν πια κυρίαρχη μεταξύ των εργαζομένων. Το 1996 με την οικονομία των παχέων αγελάδων, η ελληνική άρχουσα τάξη επωφελήθηκε από το οικονομική έκκρηξη της παγκοσμιοποίησης. Ήταν μια έκκρηξη τουριστική και οικονομική, τα real estate και το θαλάσσιο εμπόριο γνώριζε άνοδο, ο ρυθμός γεννήσεων έπεφτε ελαφρώς, ο πολλαπλασιασμός των υποθηκών και η προσφορά εργασίας τράβηξαν χιλιάδες μετανάστες. Η Ελλάδα εισήλθε στον κόσμο των σύγχρονων, εκκρηκτικών κοινωνικών διαχωρισμών. Η άρχουσα τάξη χρησιμοποίησε το κράτος για να ενδυναμωθεί και να πλουτίσει, ενώ οι συμφωνίες με τα πανίσχυρα ως τότε συνδικάτα της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, πετύχαιναν μια κοινωνική ειρήνη, εις βάρος ενός ανοργάνωτου προλεταριάτου, φτωχού και περιθωριοποιημένου, σε μεγάλο μέρος μεταναστευτικού, που επιβίωνε απ’ το εμπόριο, την οικοδομή και τον τουρισμό. Η υγεία, η παιδεία, η κοινωνική πρόνοια και δικαιοσύνη, συνέχιζαν να υποτιμούνται ραγδαία, εν όψει μιας κρατικής βούλησης για επιβολή της ιδιωτικοποίησης, ενώ ως αντιστάθμισμα σ’ αυτήν την υποβάθμιση, το σύμπλεγμα της ασφάλειας γνώρισε τεράστια άνοδο. Είναι κοινό μυστικό ότι μια γενικά απαράδεκτη ανισότητα δεν μπορεί να συντηρηθεί παρά με τη βία της επιβολής και των φυλακών. Στην Ελλάδα υπάρχουν αυτή τη στιγμή 13.000 κρατούμενοι, πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό φυλακισμένων στην Ευρώπη. Επίσης, κατέχει το προνόμιο να επιδεικνύει περισσότερο από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, στον κάθε πολίτη της μια άνευ προηγουμένου αστυνομική βαρβαρότητα, κι έναν απίθανο αριθμό κρατικών εγκλημάτων. Σε καμμία άλλη χώρα λοιπόν, ο αγώνας ενάντια στον καπιταλισμό, ενάντια στην άρχουσα τάξη, δεν έχει μια τόσο φανερή μορφή ως αγώνας ενάντια στην αστυνομία, τόσο την επίσημη όσο και τους παρακρατικούς. Γιατί σε καμμιά άλλη χώρα, σε οποιαδήποτε σύγκρουση, έχει σημασία αυτό, δεν τίθεται με τόσο ριζικό τρόπο, το ζήτημα της δημόσιας τάξης, και μέσω αυτού, η σύγκρουση με το Κράτος. Αυτοί οι τόσο ιδιαίτεροι λόγοι, είναι που κάνουν την Ελλάδα τόσο γόνιμη για την αναρχία.
Στην Ελλάδα, υπάρχουν αναρχικοί κάθε λογής -ρεφόρμες, αντιδραστικοί και επαναστάτες- όπως και παντού αλλού, με τη διαφορά ότι εδώ δε συνιστούν ένα αυτοεκπληρούμενο και τακτοποιημένο γκέττο, αλλά επισής απολαμβάνουν μια επιρροή, αν και αποτελούν μειοψηφία, και ένα ιδιαίτερο κοινωνικό γόητρο, που έχουν καταφέρει να κατακτήσουν με το δύσκολο τρόπο, τα τελευταία χρόνια. Δε θα περιοριστούμε στο αναρχικό κίνημα εδώ, γιατί αυτό που μας ενδιαφέρει δεν είναι οι διάφοροι σχηματισμοί του ή οι σημαίνουσες διαφορές τους, αλλά η αύξουσα σμασία των ελευθεριακών ιδεών στους αγώνες ενάντια στο παγκόσμιο κεφάλαιο και το ελληνικό κράτος. Η αναρχική αγκιτάτσια υπήρξε ο εκπυρσοκροτητής της παρούσας κοινωνικής κρίσης. Κάπου μεταξύ ενός αποτυχημένου καταναλωτισμού, δυσφορίας για την αδικία και την κοινωνική ανισότητα, μίσους για την αστυνομία και τα τηλεοπτικά παπαγαλάκια, κοροϊδίας της χλιδής και της εξουσίας, απογοήτευσης για τη διαφθορά, βρήκαν το δρόμο τους για την οργισμένη νεολαία και άνοιξαν ένα χάσμα στον κομφορμισμό που είχε καταβάλλει τον πληθυσμό απ’ την εποχή των παχέων αγελάδων. Η εξέγερση του Δεκέμβρη έκανε ορατό σε όλους, αυτό που ήταν προφανές, κι όλα τα ψέμματα του τύπου και της τηλεόρασης δεν ήταν πλέον ικανά να αποκρύψουν: το ξέσπασμα μιας κοινωνικής κρίσης που παρασέρνει όλα τα συνήθη φράγματα: τα συνδικάτα, τα κόμματα, το ένοπλο… Το 2009 ήταν χρονιά ιδεολογικών συζητήσεων και προσπαθειών σύνδεσης με τους εργαζομένους. Ως συνήθως, η πραγματικότητα προηγούνταν της σκέψης και η καινοτομία εξηγούσε πολύ περισσότερα απ’ ότι οι ξεπερασμένες συνταγές, ένας χυδαίος εργατισμός ή τα αφηρημένα πρωτοποριακά συνθήματα. Η εξέγερση όφειλε να δημιουργήσει τη δική της γλώσσα, με την οποία να διαφωτίσει πολιτικά τις δράσεις της και οι ελευθεριακοί ήταν οι μόνοι που θα μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο.
Κάθε κοινωνική κρίση πυροδοτεί και μια διαδικασία αντεπανάστασης, ένα αντανακλαστικό της κυριαρχίας προκειμένου να υπερασπιστεί τις θέσεις της. Οι πρώτες εκδηλώσεις της ήταν η όξυνση της καταστολής και οι κινήσεις της άκρας δεξιάς, αλλά πρέπει να κοιτάξουμε επίσης και στην άλλη πλευρά, των τελευταίων τροχών κατά περίπτωση, του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ. Και τα δύο αντιπροσωπεύουν μια μετασταλινική, γραφειοκρατική κρατικοκαπιταλιστική εναλλακτική, είτε στην τυπική σταλινική ολοκληρωτική εκδοχή της είτε στην εκσυγχρονισμένη κευνσιανή εκδοχή της κοινωνίας των πολιτών. Η ύπαρξη και μόνο του ΚΚΕ είναι ένας τυπικός ελληνικός αρχαϊσμός, καθώς το κόμμα έχει επιβιώσει της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης και διατηρεί ακόμα μια ελάχιστη επιρροή μεταξύ κυρίως υπαλλήλων, μέσω του συνδικαλιστικού μετώπου του, ΠΑΜΕ. Η πολιτική του ΚΚΕ είναι χαώδης, καθώς υποστηρίζει τη δεξιά ενάντια στους αντιπάλους του του ΠΑΣΟΚ και των αριστεριστών του Συνασπισμού. Στην εξωτερική του πολιτική, ευθυγραμμίζεται με τη Ρωσσία του Πούτιν απέναντι σ’ έναν “Ιμπεριαλισμό της ΕΕ”. Σ’ αυτό όμως που παραμένει σταθερό, είναι η θέση του ως κόμμα του νόμου και της τάξης. Ως τέτοιο, συντάχθηκε -αν δεν ηγήθηκε κιόλας- με τη χορωδία των φωνών που συκοφαντούσαν τους εξεγερμένους ως εγκληματίες και φασίστες. Η ύπαρξη του ΣΥΡΙΖΑ βασίζεται ακριβώς στον αρχϊκό κι αυταρχικό υπερσυντηρητισμό του ΚΚΕ, ενώ αποτελεί το ανάλογο αυτού που σε άλλες χώρες εκπροσωπείται από την Ενωμένη Αριστερά, το PCF, το Bloco Portugues, το Die Linke, την Rifundazione Comunista, ή όποιο άλλο όνομα παίρνει αυτή η μετασταλινική “κοινωνία των πολιτών”. Παρά τους διαφορετικούς σκοπούς τους, ένα Κράτος που θα διαχειριστεί την κρίση μακρυά απ’ την ΕΕ, θα ήταν ίδιο με του ΚΚΕ, πο τακτικές τους διαφέρουν, ο ΣΥΡΙΖΑ ασχολείται με το να διαβρώσει και να επαναφομοιώσει το κάθε κίνημα διαμαρτυρίας, ενώ το ΚΚΕ προτιμά να στήνει ένα άλλο παράλληλο δικό του, ολοκληρωτικά ελεγχόμενο και περιφρουρημένο.
Συχνά κατηγορούν την ελληνική πλουτοκρατία για ξεχαρβάλωμα της χώρας, διασπάθιση του δημοσίου χρήματος και κερδοσκοπική ασυδοσία. Για την κακή εικόνα της διαφθοράς, οι ιθύνοντες εμφανίζονται ως κακο-διαχειριστές, ενώ η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική: γνωρίζουν πολύ καλά τη δουλειά τους, καθώς δεν ήταν τίποτα άλλο απ’ αυτήν, που χρηματοδότησε την άνοδο, εν είδει κερδοσκοπικής φούσκας. Ολόκληρη η παγκόσμια οικονομία δουλεύει έτσι, στη βάση της δίχως μέτρο σπατάλης και της κερδοσκοπίας επί της πίστωσης, απ’ την κορφή ως τον πάτο (στην περίπτωσή μας τα κρατικά ομόλογα). Όμως αυτήν τη φορά, το Κράτος είχε βουλιάξει πολύ νωρίτερα. Το πρόβλημα εμφανίστηκε με την αμερικανική κρίση του καλοκαιριού του 2007, όταν οι υποθήκες κατέρρευσαν, πυροδοτώντας τα αλυσιδωτά γεγονότα που μπλόκαραν το πιστωτικό σύστημα και έσκασαν τη φούσκα. Το ρίσκο των ελληνικών ομολόγων αυξήθηκε γεωμετρικά ενώ οι μεταρρυθμίσεις στην κρατική διαχείριση δεν απέδωσαν, απαξιώνοντας τις δημόσιες υπηρεσίες και υποδομές, η οικονομία μπήκε σε ύφεση και οι μισθοί μειώθηκαν. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η συντηρητική κυβέρνηση βγήκε απ’ την μέση παραδίνοντας τη σκυτάλη στους σοσιαλδημοκράτες. Το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις πρόωρες εκλογές του Οκτώβρη 2009 (με την αποχή στο ένα τρίτο) καθώς ήταν το μόνο κόμμα που είχε μια πιθανότητα να περάσει στον πληθυσμό το κρατικό χρέος, σώζωντας έτσι τις ευρωπαϊκές τράπεζες που κρατούσαν τα ομόλογά του. Δεν μπήκε στον κόπο να ερευνήσει υποψίες κερδοσκοπιών ή να φυλακίσει τυχόν πολιτικούς ή επιχειρηματίες που είχαν συνδεθεί με τη διαφθορά, από το κόμμα της ΝΔ, μιας και κάτι τέτοιο δεν ήταν ποτέ σκοπός του. Η απογοήτευση αυτών που ήλπιζαν σε μια πολιτική αλλαγή ήταν μνημειώδης. Επιπλέον, όλες οι κρατικές εξαγγελίες εγκαταλήφθηκαν λόγω έλλειψης χρημάτων, ενώ η ανεργία και η εγκληματικότητα διογκώθηκαν πολύ περισσότερο απ’ το αναμενόμενο, κι έτσι ακόμα και τα συνδικάτα που είχαν συμβάλει σ’ ένα τέτοιο κλίμα υποθετικής αλλαγής, η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ αναγκάστηκαν να κρατήσουν τις αποστάσεις τους απ’ την κυβερνητική πολιτική. Απ’ τον Γενάρη του επόμενου έτους μέχρι τον Μάη, κήρυξαν διάφορες απεργίες, τέσσερις απ’ τις οποίες γενικές, και οργάνωσαν συζητήσεις και διαδηλώσεις με κοινό παρονομαστή την απόρριψη όλων των κομμάτων και της πολιτικής εν γένει. Η αναταραχή συντηρήθηκε κυρίως στους δημόσιους υπαλλήλους και τους μισθωτούς που ήταν λιγότερο εκτεθειμένοι σε απολύσεις. Αυτή ήταν η χρονική στιγμή της μεγάλης μανούβρας του ΚΚΕ, που παρουσιαζόμενο ως το “κόμμα της εργατικής τάξης”, έκανε επίδειξη αντιευρωπαϊσμού, και αντηχώντας τον γενικευμένο αντικοινοβουλευτισμό, και ήταν αυτό που αποκήρυξε με λιγότερο τρεμάμενη φωνή από κάθε άλλο κόμμα τους πραγματικά αντικοινοβουλευτικούς ως βίαιους προβοκάτορες.
Προέκυψαν έτσι στην Ελλάδα δυο διαφορετικές όψεις του προλεταριάτου, μια παλιά και μια νέα. Οι σταλινικοί και οι αριστεριστές, μιλώντας για την εργατική τάξη, αναφέρονται στην μάζα των μισθωτών που πλαισιώνεται απ’ τα συνδικάτα, πολιτικά χειραγωγίσιμη από τα κόμματα ή τις πρωτοπορίες, σ’ αυτούς που αναγνωρίζουν το χρέος τους ως “πολίτες” να ψηφίσουν. Συμβαίνει όμως, η θεμελιώδης αντίθεση του καπιταλισμού να μην έγκειται στη σύγκρουση κεφαλαίου-εργασίας, αλλά στην υπαγωγή κάθε δραστηριότητας στην καπιταλιστική λογική, σύμφωνα με την οποία ακόμα και ένας αγώνας για το μισθό ή την εργασία να μπορεί να τεθεί σε δεύτερη μοίρα, μη αμφισβητώντας το σύστημα. Αυτό έχει σημασία, απ’ την άποψη ότι δεν μπορεί να συγκροτηθεί μια τάξη για τον εαυτό της αποκλειστικά απ’ το γεγονός ότι εργάζεται. Ο πραγματικός αγώνας βρίσκεται στην απελευθέρωση της καθημερινής ζωής που έχει αποικιοποιηθεί απ’ το εμπόρευμα, και κατά συνέπεια, η άρνηση της μισθωτής εργασίας και της κατανάλωσης. Ο εργάτης, με την τρέχουσα έννοια, είναι όμηρος του καπιταλισμού σε κάθε δραστηριότητα της ζωής του, όχι απλά σ’ αυτήν για την οποία πληρώνεται. Μόνο ξεκινώντας από μια επιθυμία απελευθέρωσης της καθημερινής ζωής μπορεί να δημιουργηθεί μια αυθεντική κοινότητα αγώνα. Το ζήτημα αυτό είναι εξαιρετικής σημασίας, καθώς η σύλληψη του προλεταριάτου περιοριστικά σύμφωνα με μια υποτιθέμενη εργατίστικη προσέγγιση μας φέρνει πίσω σε μια στρατηγική κεφαλαιοποίησης. Απ’ τις μορφές εργατικού αγώνα κυριαρχούν οι εργασιακές διεκδικήσεις και η μια πολιτική αδιαφορία. Το κέντρο της διαρκούς σύγκρουσης είναι οι χώροι εργασίας και η οργάνωση που προκύπτει σ’ αυτούς είναι συνδικαλιστική ή παρασυνδικαλιστική. Όσον αφορά τις μορφές επαναστατικού αγώνα, κυριαρχούν οι κοινωνικές διεκδικήσεις και μια αποφασιστική άρνηση της πολιτικής. Το κέντρο της σύγκρουσης είναι εδαφικό, και οι οργανώσεις που προκύπτουν είναι οι συνελεύσεις γειτονιάς και οι επιτροπές βάσης. Ίδιον του συνδικαλισμού είναι οι απεργίες που ακολουθούνται από διαπραγματεύσεις. Τυπικές για το ριζοσπαστισμό είναι οι καταλήψεις χωρίς διαπραγμάτευση. Στις πρώτες φάσεις της κοινωνικής σύγκρουσης, και οι δυο αυτοί αγώνες είναι αλληλένδετοι, καθώς για λόγους αρχών δεν συγκρούονται, μιας και κοινή συνισταμένη τους είναι η καταστροφή της ταξικής κοινωνίας. Όμως, καθώς προχωρά η σύγκρουση εμφανίζονται όλο και πιο ξεκάθαρα δυο θέσεις: αυτή της επιστροφής στους χώρους εργασίας κι αυτή της παραμονής στους δρόμους. Αυτή που επαναπαύεται σε μια καλύτερη διαχείριση της μιζέριας κι αυτή που επιμένει να σαμποτάρει τους μηχανισμούς της, αυτή που επιμένει να επαναξιώνει το εμπόρευμα-εργασία κι αυτή που επιθυμεί να θέλει να ξεμπερδεύει με το εμπορευματικό σύστημα ολωσδιόλου. Αντηχούν φυσικά την έλλειψη κι αντίστοιχα την επιθυμία για ένα συνεκτικό επαναστατικό εγχείρημα.
Όταν μιλάμε για τον ελληνικό καπιταλισμό και την εργατική τάξη, δεν αναφερόμαστε σε αφηρημένες έννοιες, της φαντασίας, αλλά σε συμπαγείς κοινωνικούς σχηματισμούς του σήμερα. Οι έλληνες προλετάριοι σχηματίζουν μια πολύμορφη μάζα μισθωτών, υπαλλήλων, συνταξιούχων, επισφαλών, μεροκαματιάρηδων, εργαζομένων στις υπηρεσίες και στη βιομηχανία, με ιδιαίτερα συμφέροντα ανά τομέα που πρέπει να ξεπεραστούν προκειμένου να καταρρεύσει ο καπιταλισμός. Μόνο τότε, όταν είμαστε με το ένα πόδι πέρα απ’ τον καπιταλισμό, όταν τα κοινά μας συμφέροντα ξεπεράσουν τα ιδιωτικά και συντεχνιακά συμφέροντα του καθενός που είναι ήδη αποικιοποιημένα απ’ τον καπιταλισμό, μπορούμε να σχηματίσουμε μια τάξη, ένα ιστορικό υποκείμενο. Σε αντίθετη περίπτωση, η κατάρρευση του καπιταλισμού θα οδηγήσει σε μια νέα ανασύνθεσή του πάνω σε διαφορετικές βάσεις, δηλαδή σε έναν άλλο τύπο καπιταλισμού. Ο ελληνικός καπιταλισμός είναι ένα φαινόμενο σχεδόν ολότελα σύμφυτο με τον κρατισμό. Κατά συνέπεια, προϋπόθεση κάθε απελευθερωτικής διαδικασίας στην Ελλάδα είναι η κατάρρευση του Κράτους, κάτι που ενδεχομένως να συμβεί εάν χτυπηθεί από τα κύματα της παγκόσμιας οικονομίας, είτε εξαιτίας της δικής του ανικανότητας, είτε χάρις στην αντίσταση του πληθυσμού στον εξανδραποδισμό του. Τότε θα παιχτεί το δεύτερο χαρτί στα χέρια του νόμου και της τάξης, η δικτατορία, στρατιωτική ή κομματική, δεξιά ή αριστερή, μετριοπαθής ή τρομοκρατική. Αυτό εξαρτάται απ’ την ισχύ των κομμάτων και τις στρατηγικές ή τακτικές κινήσεις τους. Η καταστολή είναι ο κοινός παρονομαστής ολόκληρης της περιόδου της καπιταλιστικής αποσύνθεσης, την οποία οι επαναστάτες πρέπει να αντιμετωπίσουν με τα όπλα που διαθέτουν. Αν επιτύχουν, θα είναι μια ιστορική ευκαιρία να αναπτύξουν το εγχείρημά τους. Προκειμένου να βάλει ένα τέλος στην κυριαρχία του κεφαλαίου, το προλεταριάτο θα πρέπει να αυτοκαταργηθεί ως ο ένας πόλος μιας ήδη τελειωμένης σχέσης. Στην περίπτωση της Ελλάδας, με τόσους δημόσιους υπαλλήλους, δεν πρέπει να κάνουν το λάθος να προσπαθήσουν για μια αυτοδιαχείριση του κρατικού μηχανισμού και όχι για την καταστροφή του. Ωστόσο, μια αυτοδιαχείριση της παραγωγής και των υπηρεσιών, προσανατολισμένη στην ικανοποίηση των βασικών αναγκών, μπορεί να αποτελέσει ένα μεταβατικό στάδιο, καθώς η έξοδος του μητροπολιτικού πληθυσμού και η πληθυσμιακή ισορροπία όλης της περιφέρειας δε θα γίνουν μέσα σε μια νύχτα. Τότε μόνο, ισότιμες μορφές κοινωνικής συνύπαρξης ολοένα και πιο αποκεντρωτικές και οριζόντιες, θα μπορούν να εμποδίσουν μια επανεμφάνιση των μηχανισμών διαχωρισμένης εξουσίας, μέσω των οποίων το σύστημα θα μπορούσε να ανασυνθεθεί.
Ο καλύτερος τρόπος να στηρίξουμε την ελληνική εξέγερση στην ιβηρική χερσόνησο θα ήταν να ακολουθήσουμε το παράδειγμά της, με τη διαφορά ότι εδώ η υποβάθμιση δεν είναι τόσο ακραία ούτε το γενικό χρέος, και οι χρηματοπιστωτικές δυνατότητες του Κράτους και τα τέσσερα εκατομμύρια ανέργων δεν είναι ικανά να πυροδοτήσουν μια κοινωνική κρίση. Η αλληλεγγύη με την Ελλάδα, λοιπόν, δε θα μπορούσε παρά να μείνει σ’ ένα συμβολικό επίπεδο και να μη σπάσει το γκέττο, υποφέροντας απ’ όλες τις ασυνέπειες αυτής της αδυναμίας. Έχουμε ήδη δει τις διαφορές μεταξύ των δυο χωρών, που θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στις αναμφίβολα διαφορετικές εξελίξεις. Η αλήθεια είναι ότι η ισπανική άρχουσα τάξη γνωρίζει πως θα ‘ρθουν ταραγμένοι καιροί και παίρνει τα μέτρα της. Ξεχάστε λοιπόν την “αειφόρο ανάπτυξη” και στρατολογήστε φρουρούς για να διατηρήσουν την τάξη. Είναι αναγκασμένη να διαλέξει μεταξύ του να θυσιάσει τις μάζες ή να κηρύξει πτώχευση, και γνωρίζουμε όλοι πως η πτώχευση δεν περιλαμβάνεται στις προτιμήσεις της. Μια κατασταλτική επίδειξη ισχύος είναι πάντα μεταξύ των χαρτιών που ‘χει στα χέρια της η κάθε κυβέρνηση όταν οι συνδικαλιστική ή πολιτική χειραγώγηση δεν περνάει πια. Η ασυνειδησία του πληθυσμού που θα υποφέρει υπό τα μέτρα οικονομικής διάσωσης του κράτους ενώ ακόμη θα πληρώνει τις υποθήκες του, είναι ένα ανησυχητικό σημάδι των δυσμενών καιρών που θα ‘ρθουν. Η συνείδηση του τί είμαστε και τί πρέπει να γίνουμε, του τί κάνουμε και τί θα ‘πρεπε να κάνουμε, είναι λοιπόν το ερώτημα και το ζητούμενο. Για να ξυπνήσουν απ’ τον λήθαργό τους οι μάζες και ν’ αρχίσουν να ονειρεύονται.
Miguel Amorós
9 Μάη 2010